Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΩΣ ΤΑ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΕΓΙΝΑΝ Η ΤΑΦΟΠΛΑΚΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ (ΟΤΑΝ ΠΑΣ ΓΙΑ «ΜΕΓΑΛΑ ΚΟΛΠΑ» ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ «ΜΑΣΤΟΡΑΣ»)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΩΣ ΤΑ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΕΓΙΝΑΝ Η ΤΑΦΟΠΛΑΚΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
(ΟΤΑΝ ΠΑΣ ΓΙΑ «ΜΕΓΑΛΑ ΚΟΛΠΑ» ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ «ΜΑΣΤΟΡΑΣ»)

Όταν οι Κυβερνήσεις βρίσκονται σε πολιτικό αδιέξοδο βγάζουν την μεταρρυθμιστική τους φορεσιά και «τα βάζουν με Θεούς και Δαίμονες». Θυμόμαστε όλοι μας πριν από την παρούσα Κυβέρνηση τον Καραμανλή (ανηψιό) να επαναλαμβάνει συχνά-πυκνά (χωρίς να το κάνει ποτέ πράξη) ότι θα «επανιδρύσει το Κράτος». Μετά όμως σκέφτηκε ότι μόνον όσοι δεν έκαναν τίποτα ως πολιτικοί (με την εξαίρεση του θειού του) επιλέγονται για Πρόεδροι της Δημοκρατίας, οπότε και εγκατέλειψε εγκαίρως τον στόχο του αυτόν (της επανίδρυσης του Κράτους). Η παρούσα, όμως, Κυβέρνηση καθότι «Αριστερή» ήταν ασυγκράτητη. Έτσι στην πολιτική της ατζέντα ενέταξε και «την ρύθμιση του τηλεοπτικού τοπίου» (τηλεοπτικές άδειες) και «την αναθεώρηση του Συντάγματος» και «την αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος». Ωστόσο η γραμμή που χωρίζει τον πολιτικό θρίαμβο από την πολιτική καταστροφή είναι πολύ λεπτή και γι’ αυτό δυσδιάκριτη τις περισσότερες φορές.

Τηλεοπτικές άδειες.

Πάρτε τις τηλεοπτικές άδειες για παράδειγμα. Ο στόχος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από την αρχή ήταν η τοποθέτηση στα κανάλια φιλικών (δικών του) δημοσιογράφων στον ρόλο του σχολιαστή στα δελτία ειδήσεων. Αυτό επεδίωξε να κάνει στο MEGA. Όταν αυτό δεν καρποφόρησε το σχέδιο άλλαξε. Επιλέχτηκε το πιο προβληματικό από οικονομική άποψη κανάλι (πάλι το MEGA) και του προσφέρθηκε «σανίδα σωτηρίας» μέσω της συμμετοχής του Βαγγέλη Μαρινάκη σε Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου. Μετά παό 3μηνες σχεδόν διαπραγματεύσεις και ενώ η πλευρά Μαρινάκη διέρρεε ότι επίκειται συμφωνία, οι υπόλοιποι μέτοχοι του καναλιού αντέδρασαν και ο Μαρινάκης έμεινε χωρίς κανάλι. Στη συνέχεια μέσω των τραπεζών και των θυγατρικών τους (εταιρειών factoring, για τις οποίες θα κάνω λόγο σε άλλο κείμενο) επιχειρείται ο οικονομικός στραγγαλισμός της επιχείρησης, έτσι ώστε να πουληθούν από τις τράπεζες οι εγκαταστάσεις του MEGA στον Μαρινάκη.

Γενικά, πάντως μιλώντας, όπως μεθοδεύτηκε η όλη διαδικασία από προνομιακό πεδίο αντιπαράθεσης εξελίσσεται σε κυβερνητικό «Βατερλώ». Όχι μόνο για την «υπόθεση Καλογρίτσα», ούτε καν για τον κίνδυνο να βγάλει το ΣτΕ τον νόμο οφ-σάιντ και να πάνε όλα στον βρόντο (άσε που θα επιστραφούν και οι προκαταβολές). Ο λόγος είναι ότι το MEGA αλλά κυρίως το κοινό (όσοι έχουν τα «μηχανάκια» της NIELSEN) προκαλούν καθημερινή ζημιά στην δημόσια εικόνα της Κυβέρνησης.

Παρά το γεγονός ότι το MEGA δεν έχει πρόγραμμα και λειτουργεί παίζοντας επαναλήψεις των Ελληνικών σειρών και των ξένων ταινιών που διαθέτει βγαίνει πρώτο στις μετρήσεις θεαματικότητας για σχεδόν ένα μήνα. Αυτό πολύ απλά σημαίνει ότι ο κόσμος έχει βαρεθεί τα δελτία ειδήσεων που αναμασούν τις ίδιες ειδήσεις την τελευταία 6ετία και επιλέγει να δεί κάτι στην τηλεόραση «για να γελάσει λίγο το χειλάκι του». Δε πα να δίνουν οι άλλοι λεφτά για νέο πρόγραμμα; Αυτοί προτιμούν MEGA. Μη ξεγελαστεί κανείς και θεωρήσει την διαφορά της μιας μονάδας στις μετρήσεις μικρή. Ίσα-ίσα που όταν στις μετρήσεις μετρώνται καμιά δεκαριά κανάλια και τα τέσσερα από αυτά είναι με διψήφια ποσοστά, η μια μονάδα είναι μεγάλη διαφορά. Αφήνω στην άκρη τα συνεχή σποτάκια του καναλιού με τα υπονοούμενα τους. Σκέψου μόνος σου αγαπητέ αναγνώστη, πόση ζημιά κάνουν αυτά τα επαναλαμβανόμενα σποτάκια (τα οποία δεν πληρώνει κανείς) στη Κυβέρνηση∙ ειδικά όταν 6/10 ψηφοφόρους ζητούν πρόωρες εκλογές (που σημαίνει ότι αυτοί δεν θα ψηφίσουν ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ή ΑΝ.ΕΛ.).

Κλείνοντας το συγκεκριμένο ζήτημα προτείνω στον Τσίπρα να χρεώνει εισιτήριο για κάθε εμφάνιση του Παππά στην Βουλή ή να χρεώνει την εμφάνιση αλλά και τα στιγμιότυπα κάθε φορά που βγαίνει στα κανάλια. Δεν συμβαίνει συχνά να βλέπουμε έναν Υπουργό σε παράκρουση ν’ ανοίγει το στόμα του και να μην καταλαβαίνει τι ξεστομίζει. Έτσι μπορεί να μειώσει τη χασούρα από την επικείμενη ακύρωση του νόμου για τις τηλεοπτικές άδειες και την επιστροφή των προκαταβολών.

Μεταρρύθμιση του Συντάγματος.

Είναι που είναι το Σύνταγμα σαν έκθεση ιδεών μαθητή Λυκείου, είναι και η Κυβέρνηση πολιτικά στριμωγμένη και έτσι είπαν ν’ ανοίξουν θέμα αναθεώρησης του. Άλλωστε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι κάθε λέξη του Συντάγματος. Τι κι αν μεταξύ δύο αναθεωρήσεων πρέπει να περάσει μια δεκαετία. Στο κάτω-κάτω δεν θα την κάνουν κιόλας. Απλώς θέλουν να δείξουν ότι την προσπαθούν και αφού δεν θα προχωρήσει θα κατηγορήσουν συλλήβδην την Αντιπολίτευση γιατί δεν συνεργάστηκε μαζί τους (να ψηφίσει ότι θέλει ο Τσίπρας).

Έτσι κι αλλιώς η συζήτηση για τις ανθεωρητέες διατάξεις είναι στην ουσία μια ακόμη «προ ημερησίας διάταξης συζήτηση», δηλαδή ένας «διάλογος κωφών» στην οποία ο καθένας λέει τα δικά του. Εκτός απ’ όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη για την αναθεώρηση μιας διάταξης (οπότε και επιτυγχάνεται η απαραίτητη συναίνεση) κάθε κόμμα θεωρεί την διαδικασία αυτή σαν «μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία» να τσακωθεί με τα υπόλοιπα και να τα κατακεραυνώσει «από του βήματος της Βουλής».    

Η αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος.

Ωστόσο επειδή η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μπελαλίδικη και μακροχρόνια υπόθεση, οι κυβερνήσεις επιλέγουν να «μεταρρυθμίσουν» τομείς πολιτικής όπως η Υγεία, η Δικαιοσύνη, η Δημόσια Διοίκηση, η Άμυνα, η Παιδεία. Η «μεταρρύθμιση» αυτών των τομέων εγγυάται στην εκάστοτε Κυβέρνηση ότι τα φώτα της δημοσιότητας θα πέσουν πάνω της για πολύ καιρό. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις της κυβέρνησης η «μεταρρύθμιση» των παραπάνω τομέων της προσφέρει «πεδίο δόξης λαμπρόν» για «σύγκρουση με τα συμφέροντα» που λυμαίνονται τους τομείς αυτούς. Με τον τρόπο αυτό αναπτύσσεται μια κυβερνητική ρητορική γύρω από την οποία επιχειρείται η συσπείρωση του κυβερνώντος κόμματος.

Από την άποψη αυτή το γεγονός ότι η «μεταρρύθμιση» στην Παιδεία έθιξε και την διδασκαλία των θρησκευτικών μόνο τυχαίο δεν είναι. Προεξοφλούσε την σύγκρουση με την Εκκλησία μέσω της οποίας προσδοκούσε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να «ξυπνήσει» τ’ «Αριστερά αντανακλαστικά» κυρίως του κόμματος (το οποίο περνά την συνήθη για τα κυβερνώντα κόμματα κρίση ταυτότητας) αλλά και των ψηφοφόρων του «Αριστερών» και «Κεντρώων».

Φυσικά η προσπάθεια απέτυχε αν και η Κυβέρνηση κατάφερε να κρατήσει κάποια προσχήματα υπογράφοντας άλλο ένα «Μπρέστ-Λιτόφσκ». Ενδεχομένως κάποιοι να πιστεύουν ότι προσεχώς θα έχουν και άλλη ευκαιρία να τελειώσουν ότι άφησαν τώρα στη μέση. Όμως τ’ ακανθώδη ζητήματα πρέπει να τελειώνουν μια κι έξω. Σαν το τσιρότο που το τραβάς μια και καλή γιατί αλλιώς πονά περισσότερο (άσε που αφήνει και σημάδι). Τέτοιου είδους μάχες κερδίζονται μόνο με τον αιφνιδιασμό όπως η επιβολή του «πολιτικού γάμου» από τον Α. Παπανδρέου ως μέρος της μεταρρύθμισης του Οικογενειακού Δικαίου ή το ζήτημα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες από τον Σημίτη, το οποίο αν και τράβηξε κάπως ωστόσο πέρασε της τότε Κυβέρνησης, η οποία επέδειξε πυγμή στην αρχική της απόφαση.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις όταν για παράδειγμα γίνεται «διάλογος» για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας ή την εκκλησιαστική (ακίνητη) περιουσία και ειδικά όσο τραβά σε μάκρος (π.χ. οι «διαπραγματεύσεις» για το Κυπριακό ή το Σκοπιανό) τόσο ευνοείται η πλευρά που δεν επιθυμεί την αλλαγή. Μπορεί για μικρό χρονικό διάστημα να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι «κάτι πάει να γίνει» αλλά αυτό που τελικά μένει είτε ως αίσθηση είτε στην Ιστορία είναι το αποτέλεσμα.

Τι μένει τελικά;

Κοντολογίς και στα τρία παραπάνω πεδία παρά την αισιοδοξία και την πίστη της ότι θα τα καταφέρει η Κυβέρνηση όχι μόνο δεν πέτυχε τον αντικειμενικό της σκοπό, αλλά δείχνει και ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί μ’ επιτυχία την κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί. Και στα τρία πεδία τα όποια αρχικά οφέλη γρήγορα εξανεμίστηκαν και ήδη μετρά ζημιές. Ωστόσο αυτή την εκτίμηση δεν την έχουν όλοι. Αν πάρουμε τοις μετρητοίς τ’ αποτελέσματα για την ανάδειξη της Κ.Ε. τότε το πλασάρισμα στις πρώτες θέσεις της ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας, αλλά και αυτής του (υπο)Υπουργείου Αθλητισμού σημαίνει ότι οι «σύντροφοι» τους εκτίμησαν την δουλειά που έκαναν. Βέβαια το πιθανότερο είναι ότι ως ένα βαθμό το αποτέλεσμα οφείλεται και στην «γραμμή» που περνά στους συνέδρους που ελέγχει η ηγεσία. Φυσικά η «γραμμή» καμιά φορά «σπάει» δεν περνά, αλλά αυτό «είναι μέσα στο παιχνίδι».

Αυτό όμως που μετράει «στο τέλος της ημέρας» (όταν θα στηθούν οι κάλπες) είναι τι έχει εισπράξει η Κοινωνία (το εκλογικό σώμα). Το εκλογικό σώμα για το οποίο μετρά περισσότερο ο λογαριασμός της Εφορίας που έρχεται μέσω του TAXIS παρά οι εξαγγελίες για μείωση των αντικειμενικών αξιών το 2017 και ο αγώνας του Τσίπρα για μείωση του ονομαστικού χρέους (μπας και βγεί για δανεικά στις αγορές προκειμένου να χρηματοδοτήσει τα δικά του ρουσφέτια). Για τον ψηφοφόρο μετρά περισσότερο η αύξηση των τελών κυκλοφορίας στα νεότερα αυτοκίνητα «τιμωρώντας» έτσι όσους άλλαξαν το παληό τους αυτοκίνητο με λιγότερο ρυπογόνο. Όλα τα προηγούμενα -μεταξύ άλλων- που αντανακλούν την σκληρή πραγματικότητα του ψηφοφόρου μετρούν περισσότερο από κάθε «δέσμευση» του Αλέξη για διόρθωση των αδικιών και κοινωνική δικαιοσύνη και είναι αυτά που θα προσδιορίσουν το τελικό αποτέλεσμα σε λίγο καιρό που θα στηθούν οι κάλπες.Ούτε η «ρύθμιση» του τλεοπτικού τοπίου, ούτε η αναθεώρηση του Συντάγματος, ούτε πολύ περισσότερο η «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» και η σύγκρουση (στα λόγια) με την Εκκλησία μπορούν ν' αλλάξουν την επερχόμενη ήττα σε νίκη ή έστω σε ισοπαλία.  

Όπως φαίνεται ο Αλέξης Τσίπρας επιτυγχάνει σε κάθε του προσπάθεια σταθερά το ίδιο αποτέλεσμα. Δηλαδή να ξεκινά δυνατά, να δείχνει ότι προσπαθεί πολύ και αφού διαψεύσει όλες τις ελπίδες υπογράφει την συνθήκη παράδοσης του κλείνοντας πονηρά το μάτι στους δικούς του ότι θα έχουν άλλη μια ευκαιρία να ρεφάρουν. Όπως λένε και οι παλαιοί Αριστεροί «το όπλο είναι παρά πόδα» (έτοιμο να χρησιμοποιηθεί σε κάθε ευκαρία).  

 

22 Οκτώβρη 2016
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 1985 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΩΣ ΤΑ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΕΓΙΝΑΝ Η ΤΑΦΟΠΛΑΚΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ (ΟΤΑΝ ΠΑΣ ΓΙΑ «ΜΕΓΑΛΑ ΚΟΛΠΑ» ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ «ΜΑΣΤΟΡΑΣ»)