Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ, ΟΙ ΚΑΡΑΒΙΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ Η ΚΟΜΠΛΕΞΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ, ΟΙ ΚΑΡΑΒΙΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ Η ΚΟΜΠΛΕΞΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ.

Η οικονομική δραστηριότητα στην επαρχία το Πάσχα.

Για την αποφυγή παρεξηγήσεων επιθυμούμε να ξεκαθαρίσουμε ότι οι αναφορές μας στην κατάσταση που επικρατεί στην πράξη στην Ελληνική επαρχία δεν έχουν σαν στόχο την ηθικολογία. Μακριά από εμάς τέτοιου είδους τεχνάσματα. Το ζήτημα είναι πιο σύνθετο απ’ όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως και δεν αντιμετωπίζεται με αφορισμούς και γενικότητες. Η φοροδιαφυγή υπάρχει αφ’ ενός επειδή υπάρχουν (σκόπιμα κάποιες φορές) κενά στο σύστημα παρακολούθησης της οικονομικής δραστηριότητας και αφ’ ετέρου επειδή μέσω της φοροδιαφυγής εξομαλύνονται κάποιες φορές οι εισοδηματικές ανισότητες και αδικίες.

Εδώ αναφερόμαστε στο τι ισχύει αυτή την στιγμή στην Ελληνική ύπαιθρο μόνο και μόνο για να καταδειχτεί η ανατροπή της σχέσης του εισοδήματος που (υποτίθεται αν και αμφιβάλουμε γι’ αυτό) υπήρχε μεταξύ των μεγάλων αστικών κέντρων και της επαρχίας. Αυτή τη στιγμή η σχέση έχει αναστραφεί πλήρως κυρίως γιατί οι πληθυσμοί των μεγάλων αστικών κέντρων βασίζουν τα εισοδήματα τους στην παροχή υπηρεσιών και το λιανικό εμπόριο, κλάδοι που στην παρούσα συγκυρία βρίσκονται αν όχι σε κρίση, τουλάχιστον σε στασιμότητα.      

Είναι περίεργο αλλά ωστόσο αληθινό. Όποιος επισκέπτεται (έχει δηλαδή τα λεφτά για να πληρώσει τα καύσιμα και τα διόδια ή εναλλακτικά τα εισιτήρια του Κ.Τ.Ε.Λ.) την Ελληνική επαρχία την περίοδο του Πάσχα αντικρίζει σχεδόν την ίδια εικόνα με την περίοδο πρίν από την Κρίση. Προφανώς και αυτό δεν είναι ακριβώς έτσι. Προφανώς και οι επιπτώσεις της Οικονομικής Κρίσης έχουν γίνει και εκεί αισθητές. Πιθανόν να έχουν κλείσει (ή μειώσει τον τζίρο τους) και κάποια επαρχιακά ξενυχτάδικα. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι επιπτώσεις της κρίσης δεν είναι μικρότερες στην επαρχία απ’ ότι στα αστικά κέντρα. Οι αιτίες γι’ αυτή την διαφορά είναι μάλλον φανερές και τις έχουμε αναφέρει και σε παλαιότερο κείμενο μας. Σήμερα θ’ αποτυπώσουμε την κατάσταση όπως την αντιμετώπισε ένας επισκέπτης την περίοδο του Πάσχα κάπου στον νομό Βοιωτίας. Σίγουρα αρκετοί από εσάς θ’ αναγνωρίσετε και την δική σας αντίστοιχη εμπειρία ακόμα και αν περάσατε το Πάσχα σε κάποιον άλλο νομό. Θα προβούμε σ’ αυτή την αποτύπωση μόνο και μόνο για να σχολιάσουμε τον οικονομικό της αντίκτυπο.

Κάθε μεγάλο επαρχιακό κέντρο (όχι απαραίτητα η πρωτεύουσα του νομού) που σέβεται τον εαυτό του έχει από ένα σούπερ μάρκετ της αλυσίδας «Γαλαξίας» (η οποία απ’ ότι φαίνεται έχει πάρει εργολαβία την Ελληνική επαρχία και ενδεχομένως και κάποιας άλλης από τις «Ελληνικές» αλυσίδες (επίσης σχεδόν πάντα υπάρχει και ένα «LIDL». Συνήθως όλος ο τζίρος της περιοχής συγκεντρώνεται σ’ αυτά τα καταστήματα. Ακόμη και για το κρέας του Πάσχα. Εκτός όμως από αυτό το κύκλωμα (όχι με την αρνητική έννοια) οικονομικής δραστηριότητας λειτουργεί και ένα άτυπο αλλά όχι για τον λόγο αυτό και λιγότερο σημαντικό κύκλωμα οικονομικής δραστηριότητας. Αν το πρώτο τηρεί την νομοθεσία και εκδίδει κανονικά όλες τις αποδείξεις λογιστικοποιώντας έτσι όλα του τα έσοδα (επειδή ως επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες γι’ αυτό), το δεύτερο που είναι άτυπο (δηλαδή αποτελείται είτε από μικρές επιχειρήσεις που τις περισσότερες φορές φοροδιαφεύγουν είτε από μη επαγγελματίες με την συνήθη έννοια) δεν κόβει απόδειξη για τα έσοδα του.

Αυτό το άτυπο οικονομικό κύκλωμα διακινεί από το κρέας του Πάσχα (αρνιά και κατσίκια) ως οτιδήποτε χρειαστεί κάποιος εκτάκτως και δεν μπορεί (π.χ. λόγω ωραρίου) ν’ αγοράσει από τα κατά τόπους σούπερ μάρκετ ή ακόμη επειδή βαριέται να μεταβεί σ’ αυτά μόνο και μόνο για κανά-δυό πράγματα. Δεδομένου ότι ο καταναλωτής -έτσι όπως λειτουργεί μέχρι σήμερα το φορολογικό σύστημα- δεν έχει κάποιο ουσιαστικό φορολογικό όφελος δεν ζητά αποδείξεις. Έτσι κι’ αλλιώς τόσο οι ντόπιοι όσο και οι επισκέπτες (όσοι πηγαίνουν στο χωριό τους μόνο το Πάσχα και στις εκλογές) γνωρίζουν προσωπικά αυτούς με τους οποίους συναλλάσσονται στα πλαίσια του άτυπου αυτού κυκλώματος. Συνεπώς η αναζήτηση αποδείξεων ενδέχεται να κακοκαρδίσει τους γνωστούς τους και να διαταράξει τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Οι τιμές του άτυπου αυτού κυκλώματος είναι σοκαριστικά σταθερές. Για παράδειγμα το κρέας πωλείται προς 8 Ευρώ το κιλό, τιμή που έχει παραμείνει αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου. Καμία σχέση με τις προσφορές που γίνονται στην Βαρβάκειο ή αυτές που διαφημίζουν τα σούπερ μάρκετ (τα οποία στην επαρχία ξεπουλάνε νωρίς και απαιτείται παραγγελία μέρες πριν). Ωστόσο υπάρχουν κάποιες σκέψεις με τις οποίες καθησυχάζουμε την καταναλωτική μας συνείδηση που επαναστατεί με την τοπική ακρίβεια όπως: «μια φορά τον χρόνο γίνεται αυτό» και «άμα υπολογίσεις τα καύσιμα και τα διόδια στα ίδια λεφτά έρχεται αν τα φέρεις από την Αθήνα» ή «τουλάχιστον αν το πάρεις από ‘δω ξέρεις ότι είναι Ελληνικό και τι το ταΐζουν», ή «τα μεγάλα μαγαζιά δεν έχουν ανάγκη, ας ζήσουν και οι μικροί». Δεδομένου ότι σκοπός του σημερινού κειμένου δεν είναι ούτε η ηθικολογία, ούτε ο σχεδιασμός του νέου φορολογικού συστήματος δεν θα σχολιάσουμε την ουσία αυτών των σκέψεων/απόψεων.

Το εισόδημα που αποκτάται με τον τρόπο αυτόν είναι συμπληρωματικό του κύριου εισοδήματος το οποίο μπορεί να προκύπτει είτε από γεωργικές είτε από κτηνοτροφικές δραστηριότητες (και το οποίο θεωρητικά δηλώνεται και φορολογείται). Το ύψος αυτού του εισοδήματος όμως δεν είναι αμελητέο, ειδικά όταν κάποιος ζεί στην επαρχία όπου το κόστος ζωής είναι σημαντικά μειωμένο. Μη ξεχνάμε άλλωστε πως κάθε νοικοκυριό (το οποίο είναι η μικρότερη μορφή οικονομικής μονάδας) έχει πρόσβαση σε συγκεκριμένα είδη πρώτης ανάγκης τα οποία και δεν χρειάζεται ν’ αγοράζει από το εμπόριο. Πρέπει επίσης να λάβουμε υπ’ όψη μας ότι η πελατεία είναι σχετικά σταθερή κάτι το οποίο διευκολύνει τον προϋπολογισμό αυτού του εισοδήματος διευκολύνοντας έτσι τον οικονομικό σχεδιασμό του νοικοκυριού. Οι μόνες περιπτώσεις που παρατηρούνται αλλαγές στο πελατολόγιο είναι είτε επειδή ο βασικός προμηθευτής αδυνατεί ν’ ανταποκριθεί στην ζήτηση (λόγω μειωμένης παραγωγής ή επειδή άργησε κάποιος να παραγγείλει), είτε επειδή ο πελάτης έχει παράπονα απ’ αυτόν. Αν συνυπολογιστούν όλα τα παραπάνω γίνεται εύκολα κατανοητό πώς υπάρχουν άνθρωποι που ζούν στα χωριά μόνο με μια σύνταξη του Ο.Γ.Α. ή ακόμα και με συνολικό εισόδημα κατώτερο και από αυτήν.

Τι σημαίνουν, λοιπόν, στην πράξη όλα τα παραπάνω; Τι συμπέρασμα βγαίνει; Όπως είπαμε και στην αρχή δεν διαπραγματευόμαστε σήμερα το νέο φορολογικό σύστημα φυσικών προσώπων της Χώρας. Επίσης δεν θα πρέπει να την «πατήσουμε» και να θεωρήσουμε ότι στην επαρχία ζουν όλοι πλουσιοπάροχα. Η αυτάρκεια του νοικοκυριού στην επαρχία απαιτεί συνεχή αγώνα και τρέξιμο από το πρωί ως το βράδυ ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών. Επίσης η φαινομενική ευμάρεια οφείλεται πρώτα και κύρια στην αραίωση του πληθυσμού μετά τον Β’ Π.Π. όταν όσοι τελικά παρέμειναν στα χωριά τους είχαν περισσότερο «χώρο» (και μάλιστα χωρίς μεγάλο ανταγωνισμό) για να επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους.

Σε κάθε όμως περίπτωση το συμπέρασμα που οφείλουμε να βγάλουμε είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματος που παράγεται στην Ελληνική επαρχία δεν φορολογείται καθόλου, ενώ αυτό που δηλώνεται υπο-φορολογείται ειδικά σε σχέση με τους μισθωτούς και συνταξιούχους. Αν δε γυρίσουμε στα περασμένα χρόνια όταν υπήρχε αφορολόγητο, αλλά ακόμη και τώρα που αν και φορολογείται από το πρώτο Ευρώ αφαιρείται ωστόσο συγκεκριμένο ποσό φόρου, θα δούμε ότι οι συνταξιούχοι του Ο.Γ.Α. ήταν και συνεχίζουν να είναι ουσιαστικά αφορολόγητοι (εξαιτίας του ύψους της πλειοψηφίας των συντάξεων). Όσο το Κράτος κάνει ότι δεν καταλαβαίνει τι και πώς γίνεται και προτιμά να πλειοδοτεί σε λαϊκισμό υπέρ των αγροτικών ψήφων (ολόκληρα σόγια ψήφιζαν σύσσωμα στο παρελθόν) αφήνοντας κενά στο σύστημα, τόσο θα επιβαρύνονται με αναλογικά υωηλότερη φορολογία οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι (ακόμη και αυτοί της επαρχίας) αφού ότι χάνεται από την μια πλευρά πρέπει να εισπράττεται από κάπου αλλού. Για να μπουν όλα σε μια σειρά επ’ ευκαιρία της Οικονομικής Κρίσης (η οποία ανέδειξε σε όλο τους το μεγαλείο τις σάπιες δομές της οικονομίας και της κοινωνίας μας) πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί όλη η κατάσταση συνολικά. Αλλιώς θα περιοριζόμαστε σε ξεσπάσματα λαϊκισμού και υστερίας με αφορμή τις αποκαλύψεις για τον τρόπο που δίνονταν οι αναπηρικές συντάξεις (βοηθήματα) και οι συντάξεις του Ο.Γ.Α. στα καφενεία από τα επιτελεία βουλευτών που επιθυμούσαν να διατηρήσουν και ν’ αυξήσουν την εκλογική τους πελατεία. Και όπως γνωρίζουμε από την πείρα μας οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε καταστάσεις λαϊκισμού και υστερίας είναι μακράν οι χειρότερες.      

 

Οι καραβιές των προσφύγων και ο οικονομικός τους ρόλος.

Μερικές φορές σκεφτόμαστε ότι κάποια απ’ όσα λένε οι πολιτικοί δεν μπορεί να λέγονται κατά λάθος ακόμα και αν φαίνεται πως τους ξέφυγαν (γιατί σε αντίθετη περίπτωση -αν δηλαδή τα εννοούσαν- θα θεωρούνταν «αλητεία»). Αυτή την αίσθηση αποκομίσαμε από την δήλωση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη κ. Πανούση. Ο κος. Πανούσης είναι ακαδημαϊκός, δεν έχει εκλεγεί βουλευτής και δεν είναι κομματικό μέλος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ο Υπουργός αυτός λοιπόν δήλωσε ότι οι πρόσφυγες (κυρίως λόγω της κατάστασης στη Συρία) είναι τόσοι που θα πρέπει να μοιραστούν σε Δήμους όλης της Χώρας. Σύμφωνα με τον Υπουργό η διανομή τους στους Δήμους (και όχι στους Νομούς ή τις Περιφέρειες) όλης της Χώρας και ειδικά της επαρχίας θα τόνωνε την αγροτική παραγωγή.

Ας αφήσουμε για την ώρα ζητήματα όπως αν θα είναι αναλογική ως προς τον πληθυσμό η διανομή, όπως επίσης και πως θα επιμεριστεί το κόστος συντήρησης τους εκεί που θα εγκατασταθούν. Αντίθετα ας ασχοληθούμε με την ουσία της δήλωσης:

  • Τι σημαίνει άραγε η τόνωση της αγροτικής παραγωγής; Προφανώς σημαίνει ότι η αγροτική παραγωγή είναι κατώτερη των δυνατοτήτων της και αυτό αποδίδεται στην έλλειψη εργατικών χεριών (η οποία και θ’ αντιμετωπιστεί με την προώθηση των προσφύγων στην επαρχία, αδειάζοντας παράλληλα τ’ αστικά κέντρα ή αλλιώς «κρύβοντας» τους στην επαρχία).
  • Τι αποδεικνύει ότι υπάρχει χαμηλή αγροτική παραγωγή η οποία και θα τονωθεί; Οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων (που παράγονται και στη Χώρα μας) από γειτονικές χώρες; Τέτοιου είδους εισαγωγές γίνονταν και στο πρό Κρίσης παρελθόν. Μήπως το σύνολο των ακαλλιέργητων εκτάσεων; Πόσες είναι πράγματι αυτές (αν όντως υπάρχουν μετά την έκταση που έχει λάβει η καλλιέργεια φωτοβολταϊκών;
  • Θα πληρώνονται για την δουλειά που θα προσφέρουν ή αυτή θα είναι πληρωμή που θα καλύπτει το κόστος συντήρησης τους ενώ παράλληλα θα τους κρατά και απασχολημένους; Αν πληρώνονται για την δουλειά που προσφέρουν θα (κακό)πληρώνονται όπως και οι υπόλοιποι απασχολούμενοι στις αγροτικές εργασίες; Θα πληρώνονται με μεροκάματο ή και με βάση την απόδοση της παραγωγής; Ποιος θα καθορίσει το ύψος του μεροκάματου; Το Κράτος ή η «αγορά»; Θα είναι συντάξιμο αυτό το χρονικό διάστημα;
  • Έχει υπάρξει σχέδιο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων εγκατάστασης των προσφύγων αυτών; Οι πρόσφυγες οι οποίοι έφυγαν από τις εστίες τους θα πρέπει να εγκατασταθούν σε μέρη που από χρόνια κατοικοεδρεύουν: Αλβανοί, Πακιστανοί, Ινδοί και κάθε καρυδιάς καρύδι και οι οποίοι βγάζουν ήδη «τα προς το ζήν» από την αγροτική παραγωγή. Εκτός της εγκατάστασης θα πρέπει να τους ανταγωνιστούν στην προσφορά εργασίας. Όλη αυτή η κατάσταση θα δημιουργήσει εντάσεις κυρίως επειδή ο αριθμός των προσφύγων θα μεγαλώνει συνεχώς, αφού μένουν ακόμη πολλοί μέχρι ν’ αδειάσει από Σύρους η Τουρκία.

Μέχρι να δοθούν πειστικές και εφαρμόσιμες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα η μόνη ανάγνωση της δήλωσης αυτής του κου. Πανούση είναι ότι η κυβέρνηση Τσίπρα βαδίζει στα βήματα του Υπουργού Εξωτερικών επί κυβέρνησεως Μητσοτάκη Αντ. Σαμαρά όταν αυτός «προσκάλεσε» τους «Βορειοηπειρώτες» (πόσο ασαφής προσδιορισμός ήταν τελικά) να έρθουν στην Ελλάδα και να τονώσουν την οικονομία της. Τότε η πρόσκληση γινόταν στην βάση της κοινής μας φυλετικής καταγωγής με τους Βορειοηπειρώτες που οι Αλβανοί θεωρούν Έλληνες και οι Έλληνες τους θεωρούν Αλβανούς. Είναι στην ουσία άτομα χωρίς πατρίδα. Τώρα η «πρόσκληση» γίνεται στη βάση του Ανθρωπισμού εφόσον πρόκειται για πρόσφυγες εξαιτίας του πολέμου.

Αν δε συνυπολογίσουμε και τις δηλώσεις της κας. Χριστοδουλοπούλου περί «ηλιοθεραπείας των μεταναστών» και ότι «δεν γνωρίζει που πάνε (μετά την είσοδο τους στην Χώρα μας) οι μετανάστες» έχουμε το πλήρες σχέδιο εισαγωγής φθηνού και ανασφάλιστου εργατικού δυναμικού. Το μόνο που μένει να διακριβωθεί είναι αν αυτό είναι και κυβερνητικό σχέδιο ή απλώς προέκυψε στην πορεία εξαιτίας της κρατικής ανεπάρκειας και των ανύπαρκτων σχετικών δομών και υποδομών. Δεν νοείται Χώρα η οποία να μην αστυνομεύει όσο μπορεί καλύτερα τα σύνορα της και Υπουργός της να δηλώνει ότι δεν ξέρει τι της γίνεται και πώς τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες της περιορίζονται στα μισά του αντικειμένου της.     

Η κομπλεξική και εκδικητική οικονομική σκέψη και πολιτική.

Η οικονομία (οικονομική δραστηριότητα) είναι ένα σύστημα (κύκλωμα) το οποίο διέπεται από τους δικούς του κανόνες, τους οποίους είτε τους αντιλαμβάνεσαι είτε όχι. Αν δεν τους αντιλαμβάνεσαι αυτό μπορεί να συμβαίνει είτε επειδή δεν έχεις το σχετικό υπόβαθρο, είτε επειδή δεν θέλεις. Τις περισσότερες φορές αυτός που «δεν θέλει να καταλάβει» κάτι είναι επειδή θεωρεί ότι είναι κάτοχος μιας προαιώνιας εξ’ αποκαλύψεως -πάντα- αλήθειας η οποία ερμηνεύει και προβλέπει τα πάντα στο αντικείμενο της. Υποτίθεται ότι αυτή η εξ’ αποκαλύψεως αλήθεια αποτελεί την έκφραση κάποιου (ή κάποιων) νόμων που έχουν παγκόσμια ισχύ και οι οποίοι έχουν πλέον αποκαλυφθεί σ’ εμάς (π.χ. «κοινωνικοί», «οικονομικοί» νόμοι κ.α.). Συνεπώς αυτός που «δεν θέλει να καταλάβει» έχει αυτή την στάση γιατί πιστεύει ότι η «δική του αλήθεια» (διάβαζε θεωρία, ιδεολογική προσέγγιση) είναι η μόνη σωστή και γι’ αυτό τον λόγο δεν έχει ανάγκη καμίας άλλης. Συμπεριφέρεται λοιπόν ανάλογα και προσπαθεί να προσαρμόσει τους κανόνες για παράδειγμα της οικονομικής δραστηριότητας σ’ αυτούς που θα έπρεπε να είναι με βάση την θεωρία του. Όταν η θεωρία «αυτού που δεν θέλει να καταλάβει» είναι συγγενής (κοντά) στους κανόνες της οικονομικής δραστηριότητας τα προβλήματα είναι λίγα και ενδεχομένως όχι σημαντικά (αν και στην πορεία του χρόνου μπορεί να γίνουν σοβαρά έως κρίσιμα, ειδικά όταν απορρυθμίζουν τη λειτουργία του συστήματος). Όταν όμως η διαφορά (ασυμβατότητα) είναι μεγάλη, τότε γίνονται αισθητά από την αρχή.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι «αυτός που δεν καταλαβαίνει» δεν θα προσπαθήσει έτσι κι’ αλλιώς να εφαρμόσει τις ιδέες του. Σήμερα θ’ αναφερθούμε σε δύο μόνο παραδείγματα από τα οποία προκύπτει τόσο κομπλεξική όσο και εκδικητική οικονομική και πολιτική σκέψη, η οποία βέβαια δεν οδηγεί πουθενά και κυρίως στον σοσσιαλιστικό/κομμουνιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και τα λοιπά.

Το πρώτο παράδειγμα είναι η στάση μερίδας καταναλωτών οι οποίοι δεν αγοράζουν φράουλες γιατί στην Μανωλάδα εκμεταλλεύονται εργασιακά τους μετανάστες που δουλεύουν στα φραουλοχώραφα. Στη σκέψη τους αυτοί οι συνειδητοποιημένοι καταναλωτές τιμωρούν με τον τρόπο αυτό τον «κακό και εκμεταλλευτή καπιταλιστή που πλουτίζει σε βάρος των μεταναστών-εργατών του.»

Βέβαια υπάρχουν κάποια πρακτικά προβλήματα που πρέπει να λυθούν στην περίπτωση αυτή. Για παράδειγμα πρέπει ο καταναλωτής-τιμωρός να είναι σε θέση να ξεχωρίσει τις φράουλες Μανωλάδας από τις φράουλες Κατερίνης (οι οποίες στο παρελθόν θεωρούνταν οι κορυφαίες από ποιοτικής άποψης). Εκτός της ταμπέλας του λιανοπωλητή (η οποία υποτίθεται ότι αντιστοιχεί στο τιμολόγιο αγοράς) δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Το δεύτερο πρακτικό πρόβλημα είναι ο διαχωρισμός του «καλού» από τον «κακό» παραγωγό-προμηθευτή. Έστω ότι στην Μανωλάδα υπάρχει μόνο ένας κακός και εκμεταλλευτής μεταναστών παραγωγός φράουλας. Πως ο καταναλωτής-τιμωρός θα είναι σίγουρος ότι δεν καταδικάζει αδίκως κάποιον παραγωγό που δεν φταίει; Επαρκούν για την εξασφάλιση του τα στοιχεία παραγωγού του τιμολογίου αγοράς; Εκτός και αν μη μπορώντας να είναι σίγουρος για τον παραγωγό επιλέξει να μην αγοράζει καθόλου «φράουλες Μανωλάδας» οπότε τιμωρεί συλλήβδην όλους τους παραγωγούς της περιοχής αποδεχόμενος την έννοια της «συλλογικής ευθύνης». Με τον τρόπο αυτόν ο καταναλωτής-τιμωρός ενδέχεται να ωθεί μέρος του κυκλώματος εμπορίας σε πλαστογραφία ως προς την προέλευση ή/και τα στοιχεία παραγωγού.

Τέλος υπάρχει και ένα σοβαρότερο πρόβλημα. Ποια τιμή θεωρεί ο καταναλωτής ως δίκαιη και εύλογη (και την οποία προτίθεται να πληρώσει) προκειμένου να πληρώνονται οι μετανάστες-εργάτες αναλόγως του μόχθου τους; Δεδομένης της ευπαθούς φύσης της φράουλας ως προϊόντος (το οποίο πρέπει να πουληθεί εντός 2-3 ημερών το πολύ από τη συγκομιδή της) και του κόστους μεταφοράς της (είτε από τη Μανωλάδα, είτε από την Κατερίνη), όπως επίσης και του κέρδους του χονδρέμπορου (που αγοράζει από τον παραγωγό) και του λιανοπωλητή η απάντηση κάθε άλλο παρά εύκολη είναι. Επίσης είναι διαφορετική για τον καθένα μας αφού σχετίζεται με το ύψος του εισοδήματος μας και τις ανάγκες που πρέπει να εξυπηρετήσουμε μ’ αυτό. Έτσι αν για παράδειγμα η τιμή του 1 Ευρώ το κιλό είναι χαμηλή και προσιτή για μένα αλλά δεν επαρκεί να εξασφαλίσει κέρδη για όλο το σύστημα εμπορίας (άρα και ικανοποιητική αμοιβή για τους μετανάστες-εργάτες) και πρέπει ν’ ανέβει στα 1,50 Ευρώ το κιλό τα οποία εγώ δεν μπορώ να πληρώσω υπάρχει πρόβλημα. Η Κλασική Οικονομική Θεωρία προβλέπει ότι όλοι μας λαμβάνουμε πάντα τις πλέον συμφέρουσες οικονομικά αποφάσεις. Συνεπώς αν μπορώ να διαθέσω μόνο μέχρι 1 Ευρώ το κιλό, τότε έχω συμφέρον να μην αγοράζω μέχρι η τιμή να πέσει κάτω από το 1 Ευρώ (η οποία όπως παραδεχθήκαμε παραπάνω δεν επαρκεί για να εξασφαλίσει ικανοποιητική αμοιβή των μεταναστών), ενώ αν η ζήτηση ξεπερνά την προσφορά τότε η τιμή ανεβαίνει (μέχρι η κατάσταση να εξισορροπηθεί από την αύξηση της προσφοράς ή την πτώση της ζήτησης). Οπότε; Την απάντηση οφείλει να την δώσει ο καθένας μας ως καταναλωτής και σίγουρα δεν είναι αυτή του αφορισμού και της ισοπέδωσης την οποία πολλοί συγχέουν με την ισότητα.     

Το δεύτερο παράδειγμα είναι η επαναφορά του Φόρου Τηλεόρασης ύψους 20% επί των τηλεοπτικών διαφημίσεων. Ο φόρος αυτός υπολογίζεται στο 80% της καθαρής διαφημιστικής αξίας ενός διαφημιζόμενου προϊόντος και επιβάλλεται μαζί με το αγγελιόσημο και τον Φ.Π.Α. Ο φόρος αυτός καταργήθηκε σταδιακά από το δεύτερο εξάμηνο του 2005 όταν και αποφασίστηκε να μειώνεται κάθε χρόνο κατά 50%. Έτσι το δεύτερο εξάμηνο του 2005 ήταν 10% για να γίνει έναν χρόνο μετά 5% και να μην επιβληθεί ξανά από το 2008. Ακολούθως και ως επιταγή της τρόικας ο φόρος αυτός επιβλήθηκε ξανά στο αρχικό του ύψος αν και κάθε χρόνο η κυβέρνηση με τροπολογία της ανέβαλε για μια χρονιά την εφαρμογή του. Η κυβέρνηση Ν.Δ.-ΠΑ.ΣΟ.Κ. αμέλησε (σκόπιμα;) τον Δεκέμβρη να καταθέσει αντίστοιχη τροπολογία και έτσι από 1 Γενάρη ο φόρος τέθηκε σε ισχύ.

Η επιβολή αυτού του φόρου στις τηλεοπτικές διαφημίσεις έδωσε το έναυσμα για σειρά κομπλεξικών τοποθετήσεων κάποιων αριστερών της συμφοράς οι οποίοι (όπως και οι «εξεγερμένοι» της εφημερίδας «ΚΟΝΤΡΑ») πανηγύριζαν για την επιβολή του (προφανώς γιατί δεν κατάλαβαν τι διάβαζαν ή χειρότερα επειδή είναι και κομπλεξικοί και κοινωνικά ανάλγητοι) ως πράξη στρεφόμενη εναντίον των καναλαρχών (οι οποίοι είναι και αντίθετοι στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και έκαναν προπαγάνδα εναντίον του προβάλλοντας τις δηλώσεις των στελεχών του). Θα έπρεπε μέχρι εδώ να είναι κατανοητό ότι ο φόρος επιβάλλεται στα διαφημιζόμενα προϊόντα και πως στα κανάλια επιφυλάσσεται ο ρόλος του εισπράκτορα και του υπεύθυνου προς απόδοση.

Θεωρητικά η επιβολή του μειώνει τα έσοδα των καναλιών αλλά δεν αυξάνει τους φόρους που αυτά αποδίδουν γιατί:

  • Μειωμένα έσοδα = μειωμένα κέρδη (ή αυξημένες ζημιές αντίστοιχα) κάτι που συνεπάγεται μειωμένο ή και καθόλου Φόρο Εισοδήματος Νομικών Προσώπων.
  • Μειωμένα έσοδα = μειωμένος Φ.Π.Α.
  • Μειωμένα έσοδα = περισσότερες μισθολογικές περικοπές ή/και απολύσεις.

Τι απ’ όλα τα παραπάνω (ή και όλα μαζί) θεωρείται/-νται «αριστερή πολιτική»;

Δεδομένου ότι ο φόρος επιβάλλεται στα διαφημιζόμενα προϊόντα οι εταιρείες έχουν την δυνατότητα να τον μετακυλήσουν στην τελική τιμή καταναλωτή των προϊόντων και των υπηρεσιών τους. Αν δεν το πράξουν τότε αυτός καταχωριζόμενος στα έξοδα τους θα μειώσει τα κέρδη τους ή θ’ αυξήσει τις ζημιές τους. Οι μόνοι (σχετικά) κερδισμένοι από την επιβολή αυτού του φόρου είναι το Κράτος και τα διαφημιστικά πρακτορεία τα οποία λαμβάνουν τα τιμολόγια των καναλιών και στη συνέχεια πάνω στην αξία αυτών των τιμολογίων (χωρίς τον Φ.Π.Α.) υπολογίζουν την προμήθεια τους την οποία λαμβάνουν (μαζί με την αξία των τιμολογίων των καναλιών) από τις διαφημιζόμενες εταιρείες. Έτσι σ’ αυτή την ιδιότυπη αλυσίδα κερδισμένοι είναι ο πρώτος κρίκος (Κράτος, στον οποίο και καταλήγει και ο φόρος) και ο τρίτος (το διαφημιστικό πρακτορείο). Φυσικά όλα αυτά με την προϋπόθεση ότι η επιβολή του φόρου δεν θα μειώσει τόσο πολύ τον τζίρο ώστε τα οφέλη να είναι μικρότερα των απωλειών.

Ωστόσο τους βέρους (γνήσιους, original) παλαιούς αριστερούς δεν τους πτοούν πολύ αυτά. Στο κάτω-κάτω και να χάσουν κάποιοι την δουλειά τους στα κανάλια δεν τρέχει και τίποτα. Σε κάθε πόλεμο υπάρχουν παράπλευρες απώλειες. Έτσι κι’ αλλιώς εκεί που δούλευαν εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα των αφεντικών τους και άρα είναι συνυπεύθυνοι για ότι αυτά (τ’ αφεντικά) έκαναν. Βέβαια η «συλλογική ευθύνη» ισχύει μόνο όταν τους συμφέρει. Ούτε καν το γεγονός ότι πάντα τ’ αφεντικά μετακυλούν τη χασούρα τους στις εταιρείες τους που τις πτωχεύουν κατά περίπτωση ή/και στους εργαζόμενους είναι ικανό να τους πτοήσει. Και στο ένα και στο άλλο ενδεχόμενο η ζημιά τους μετακυλάται τελικά στην κοινωνία. Αλλά αυτά είναι «ψιλά γράμματα» γι’ αυτούς μπροστά στην ικανοποίηση της εκδίκησης, ειδικά αν συνοδεύεται από την ηδονή του μαύρου σε κάποιες ιδιωτικές τηλεοπτικές συχνότητες. Στο κάτω-κάτω αν έχεις την Τηλεόραση της Βουλής υπό την επιστασία της Κωνσταντοπούλου και την Ε.Ρ.Τ. τι τα θές όλα τα υπόλοιπα;

Επειδή όμως τρώγοντας έρχεται η όρεξη κάποιοι σκέφτονται να επιβάλλουν τον φόρο αυτόν και στις διαφημίσεις στο διαδίκτυο (internet) όπου διακινούνται πολλά λεφτά. Το ζήτημα όμως εκεί είναι λίγο διαφορετικό και ίσως και πιο σύνθετο. Σχετικά όμως μ’ αυτό το ζήτημα θ’ αναφερθούμε σε νέο μας κείμενο.

Αντίστοιχο ζήτημα με τον Φόρο Τηλεόρασης -τουλάχιστον από άποψη κομπλεξικής και εκδικητικής οικονομικής σκέψης και πολιτικής- είναι και το ζήτημα της εταιρείας «Ελληνικός Χρυσός». Ανεξάρτητα από τα εμπλεκόμενα Ελληνικής καταγωγής πρόσωπα το ζήτημα είναι γενικότερο και έχει να κάνει με τον τρόπο λειτουργίας του Κράτους. Κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι τις μεγάλες δουλειές στην Ελλάδα δεν τις κάνουν οι Μπόμπολας, Κόκκαλης & Σία μόνοι τους. Τις κάνουν από κοινού με ξένους οι οποίοι τους χρησιμοποιούν ως «βιτρίνα» (για να συγκεντρώνουν τα πυρά). Από κει και πέρα αν το Κράτος θεωρεί ότι μια εταιρεία παρανομεί θα πρέπει να είναι σε θέση να της υποδείξει επακριβώς την παρανομία στοιχειοθετώντας την κατάλληλα. Επίσης θα πρέπει να είναι σε θέση να της υποδείξει πως θα έπρεπε να λειτουργεί και παράλληλα να είναι σε θέση να την ελέγχει έγκαιρα και αποτελεσματικά. Οτιδήποτε διαφορετικό αποτελεί εκδίκηση και εκβιασμό. Σχετικά τώρα με το θέμα του περιβάλλοντος η προστασία του οποίου προσχηματικά προβάλλεται το μόνο που έχουμε να πούμε είναι ότι αν όσοι αντιδρούν στην εξόρυξη χρυσού στην Χαλκιδική ή στο γήπεδο της Α.Ε.Κ. στην Ν. Φιλαδέλφεια το εννοούσαν και επιθυμούσαν την προστασία του, τότε ούτε το Άλσος θα ήταν σε τέτοια χάλια, ούτε θα χρειάζονταν οι εκστρατείες του ΣΚΑΪ για τον καθαρισμό παραλιών και δεντροφυτεύσεις. Ωστόσο εκτός της κόντρας μεταξύ των εργαζομένων της εταιρείας «Ελληνικός Χρυσός» και των ευαισθητοποιημένων πολιτών υπάρχει και μια ταύτιση απόψεων. Και οι μεν και οι δε καταλογίζουν η μια πλευρά στην άλλη την «εκτέλεση συμβολαίου» (οι μεν για να κλείσει η εταιρεία, οι δε για την προάσπιση των συμφερόντων του αφεντικού τους).               

Υπάρχουν και πολλά άλλα σχετικά παραδείγματα η αναφορά των οποίων όμως δεν θα μας κάνει σοφότερους και γι’ αυτό ας μείνουμε εδώ. Το ζήτημα δεν είναι το πλήθος των παραδειγμάτων αλλά να σκεφτούμε πάνω σ’ αυτά από μηδενική βάση και να κάνουμε κάτι για να βρούμε μια εφικτή και δίκαιη λύση στα προβλήματα που υποκρύπτουν αυτά.           

 

27 Απρίλη 2015
παρατηρητής 1.

 

Διαβάστηκε 2208 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ, ΟΙ ΚΑΡΑΒΙΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ Η ΚΟΜΠΛΕΞΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ.