Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ & ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΜΙΑΣ ΧΡΕΟΚΟΠΗΜΕΝΗΣ (ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΑ) «ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ» ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ & ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΜΙΑΣ ΧΡΕΟΚΟΠΗΜΕΝΗΣ (ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΑ) «ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ» ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ.

Έχει πολλές φορές υποστηριχθεί από τα κείμενα της συγκεκριμένης σειράς (ειδικά αυτά που γράφτηκαν από τον Γενάρη του 2015 και μετά) πως η ασκούμενη κυβερνητική οικονομική πολιτική ΔΕΝ γίνεται να διαφέρει ούτε καν λίγο είτε στην Κυβέρνηση βρίσκεται «Αριστερό» είτε «Δεξιό» κόμμα. Ο λόγος είναι ότι η διαχείριση των οικονομικών μεγεθών έχει παντού και πάντα τους ίδιους κανόνες, τις ίδιες συνταγές με τις οποίες ο «διαχειριστής» (κεντρικός τραπεζίτης ή Υπουργός Οικονομικών) προσπαθεί να ελέγξει τις διάφορες και διαφορετικές μεταξύ τους τάσεις της οικονομίας. Προσπαθεί, δηλαδή, να ελέγξει και να διοχετεύσει σε συγκεκριμένες κάθε φορά κατευθύνσεις τις ατομικές μας συμπεριφορές και προτιμήσεις. Στόχος του είναι ν’ αποφύγει είτε την «υπερθέρμανση» είτε την «ψύχρανση» της οικονομικής δραστηριότητας και πάντως ν’ αποφύγει το ξέσπασμα κρίσεων ελαχιστοποιώντας όταν αυτές εκδηλωθούν τις ζημιές.

Ακόμη και στην περίπτωση που κάποιος ΔΕΝ έχει πειστεί γι’ αυτό, υπάρχουν κάποια πρόσφατα σημάδια τα οποία αποδεικνύουν πως η ασκούμενη οικονομική πολιτική εκτός από παντελώς ανεξάρτητη της ιδεολογίας και των επιθυμιών του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος έχει φτάσει, πλέον, σ’ αδιέξοδο. Κάποια από τα σημάδια που το αποδεικνύουν είναι τα παρακάτω:

  • Τα κατεσχεμένα ακίνητα θα πλειστηριάζονται όχι στην Αντικειμενική Αξία τους αλλά στην εμπορική τους αξία. Καθώς, όμως, η τελευταία είναι πλέον πολύ χαμηλότερη της Αντικειμενικής τ’ ακίνητα θ’ αλλάζουν χέρια για πολύ λιγότερα λεφτά. Έτσι υποτίθεται ότι τ’ ακίνητα θα καταλήγουν στα χέρια «αετονύχιδων» οι οποίοι θ’ αγοράζουν φθηνά και θα πουλούν ακριβά.

Τα παραπάνω φαντάζουν και είναι απόλυτα λογικά. Ωστόσο, εκτός από την «κοινή λογική» υπάρχει και η αντίστοιχη οικονομική. Από οικονομικής άποψης μετά από κάθε Κρίση (μικρή ή μεγάλη) πρέπει το «σύστημα» να καθαρίσει από όσο γίνεται περισσότερα χρέη. Ένας τρόπος είναι η διαγραφή τους, η οποία όμως για τους τραπεζίτες είναι πολύ επώδυνη γιατί μειώνει την αξία του Ενεργητικού των τραπεζών αυξάνοντας έτσι την ανάγκη για Αυξήσεις Μετοχικού Κεφαλαίο

Ένας άλλος τρόπος είναι η πώληση του χρέους σε κάποιον άλλο ο οποίος από κει και πέρα θα κυνηγήσει τον οφειλέτη. Ωστόσο, και αυτός ο τρόπος έχει μεγάλη χασούρα για τους τραπεζίτες. Τέλος υπάρχει ακόμη μια λύση η οποία συνίσταται στην εκποίηση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη και την μείωση (μετά την αφαίρεση των εξόδων που αφορούν τον πλειστηριασμό) της οφειλής.    

Σε καιρούς Κρίσης και της Ύφεσης (μικρής ή μεγάλης) που την ακολουθεί, τα χρέη είναι πολύ περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη φάση του Οικονομικού Κύκλου. Συνεπώς, και οι ανάγκες για ρευστό πολύ μεγαλύτερες. Έτσι οι συνήθεις αγοραπωλησίες ακινήτων μέσω πλειστηριασμών δεν είναι τόσες όσες χρειάζεται προκειμένου οι τράπεζες να μειώσουν την χασούρα τους (τα λεφτά που δεν θα πάρουν πίσω). Επιπλέον προβλήματα σ’ αυτό προκαλεί και η απαίτηση η τιμή εκκίνησης να είναι ίση με την Αντικειμενική Αξία.

Όσο η οικονομία είναι σε φάση «ανάπτυξης» (μεγέθυνσης) η απαίτηση αυτή δεν δημιουργεί πολλά προβλήματα, γιατί ο αγοραστής μπορεί βάσιμα να ελπίζει ότι σχετικά σύντομα θα μεταπωλήσει με κέρδος το ακίνητο. Όταν όμως τα χρήματα σπανίζουν (έχουν, δηλαδή, μεγαλύτερη αγοραστική αξία) τότε αν η Αντικειμενική Αξία ΔΕΝ μειωθεί πολύ, η απαίτηση αυτή παραλύει την διαδικασία είσπραξης. Από οικονομικής άποψης ΔΕΝ υπάρχει τίποτα «κακό» (με εξαίρεση, φυσικά, της απώλειας της ιδιοκτησίας από τον οφειλέτη) στον πλειστηριασμό ακινήτων στην αγοραία αξία τους. Ίσα-ίσα που έτσι μειώνονται τα ιδιωτικά χρέη και ταυτόχρονα εισρέει ρευστό στις τράπεζες. Βέβαια, υπάρχει το δύσκολα υπολογίσιμο κοινωνικό κόστος που προκαλείται από τους πλειστηριασμούς και το οποίο σε περιόδους Κρίσης και Ύφεσης είναι πολύ μεγαλύτερο.

Την κατάσταση επιτείνει ότι ο οφειλέτης ΔΕΝ «καθαρίζει» με την κατάσχεση και την εκποίηση του ακινήτου του αν το ακίνητο του πουληθεί για λιγότερα από το σύνολο της οφειλής, δυσκολεύοντας έτσι σημαντικά την οικονομική του ανάκαμψη και την αποκατάσταση της πιστοληπτικής του ικανότητας (της δυνατότητας του να δανείζεται). Τέλος, το ζήτημα ότι τ’ ακίνητα καταλήγουν στα χέρια «αρπακτικών» είναι από οικονομικής άποψης αδιάφορο. Στο κάτω-κάτω το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα έχουμε όταν ο οφειλέτης πουλήσει λόγω μεγάλης ανάγκης ο ίδιος βιαστικά το ακίνητο του. Στην περίπτωση που ο οφειλέτης έχει εργασία θα μπορούσε να μετακομίσει σε φθηνότερο ακίνητο. Το πρόβλημα είναι κυρίως στις περιπτώσεις που η αγορά του ακινήτου θεωρήθηκε «επένδυση».

Επιπρόσθετα η ψυχολογική τάση να θεωρούμε πως κάθε αλλαγή της ακίνητης περιουσίας μας είναι (εκτός και αν γίνεται λόγω μεγάλης ανάγκης) «κακή» και σε κάθε περίπτωση ένδειξη κοινωνικής αποτυχίας που προκαλεί την αντίστοιχη αποδοκιμασία («Δεν κατάφεραν να κρατήσουν την περιουσία που βρήκαν» κ.λ.π.), δημιουργεί ένα ασφυκτικό περιβάλλον ειδικά στον οφειλέτη. Αν σ’ όλα αυτά προσθέσουμε και τον λαϊκισμό της παρούσας Κυβέρνησης όταν ήταν στην Αντιπολίτευση («Κανένα σπίτι σε χέρια τραπεζίτη») και τα όσα ανεδαφικά στη σημερινή εποχή περί «σεισάχθειας» (διαγραφής χρεών) αυτή υποσχέθηκε, ΔΕΝ είναι καθόλου περίεργες οι αντιδράσεις που προκάλεσε αυτή η είδηση. Όσο, δε, αποδεικνύεται ότι η οικονομική διαχείριση ΔΕΝ μπορεί να συμβαδίσει με την «Αριστερή» ρητορική, τόσο οι αντιδράσεις θα μεγαλώνουν και εντός του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για να γιγαντωθούν όταν αυτός χάσει την εξουσία.

  • Ο Προϋπολογισμός του 2017 εμφανίζει τον Ιούλη μεγάλη υστέρηση στον στόχο των Εσόδων. Παρά το γεγονός ότι το «Πρωτογενές Πλεόνασμα» είναι υψηλό, η υστέρηση των Εσόδων μαζί με την αύξηση των ανείσπρακτων οφειλών στο Δημόσιο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εξαντλήθηκε η φοροδοτική ικανότητα των Ελλήνων. Αν σ’ αυτά προστεθεί και η αναθεώρηση προς τα κάτω της αύξησης του Α.Ε.Π. το πρώτο εξάμηνο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η οικονομική επιτροπεία της Ελλάδας θα συνεχιστεί για πολύ ακόμη.

Η περικοπή των Εξόδων και η ταυτόχρονη προσπάθεια αύξησης των Εσόδων μέσω της φορολόγησης είναι μονόδρομος για κάθε Κράτος σε περίοδο Κρίσης & Ύφεσης. Ωστόσο, αυτή η αύξηση της φορολογίας ΔΕΝ μπορεί να ξεπεράσει ένα όριο, το οποίο προφανώς καθορίζεται από το σημείο όπου τα «φέσια» αυξάνονται δυσανάλογα με την αύξηση των εσόδων και πάντως περισσότερο από τους υπολογισμούς της του Οικονομικού Επιτελείου.

Τόσο η κατάστρωση του Προϋπολογισμού όσο και συνακόλουθα οι δαπάνες της Κυβέρνησης βασίζονται σε υποθέσεις, κύρια από τις οποίες είναι ο ρυθμός αύξησης του Α.Ε.Π. οποιαδήποτε αύξηση μικρότερη αυτής που έχει προϋπολογιστεί αναγκαία δημιουργεί πρόβλημα Εσόδων και οδηγεί είτε σε περικοπές Εξόδων είτε σε δανεισμό. Αν ο δανεισμός είναι «ακριβός» τότε τόσο η ταυτόχρονη περικοπή Εξόδων όσο και η περαιτέρω φορολόγηση φαίνεται σαν την μόνη επιλογή. Το κακό είναι πως τότε αναλαμβάνουν δράση ελεγκτικά συνεργεία όλων των υπηρεσιών, τα οποία επιβάλλουν πρόστιμα το μεγαλύτερο μέρος των οποίων θα παραμείνουν ανείσπρακτα αυξάνοντας απλώς τα «φέσια» στο Δημόσιο (δηλαδή, την διαφορά των «βεβαιωμένων οφειλών» με όσες έχουν εισπραχθεί).

Η λύση του προβλήματος αυτού είναι πολυεπίπεδη και εκτείνεται από το σύστημα φορολόγησης μέχρι το ύψος της επιμέρους φορολόγησης κάθε πηγής εισοδήματος. Σε κάθε περίπτωση και με βάση τις δεσμεύσεις που πρόθυμα δέχθηκε η παρούσα Κυβέρνηση -ελπίζοντας ότι του χρόνου που θα προκαλούσε πρόωρες Εκλογές η οικονομική κατάσταση θα ήταν τέτοια που θα μπορούσε να κάνει κάποιες (προεκλογικές εννοείται) παροχές- τα περιθώρια γενικότερων αλλαγών είναι από μηδενικά ως ελάχιστα.

Τέλος το πρόβλημα επιτείνεται από την στιγμή που οι έλεγχοι των οικονομικών -κυρίως- υπηρεσιών ΔΕΝ είναι αρκετοί για ν’ αντιστρέψουν την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί.

  • Από το «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» και το «οικονομικό σαμποτάζ» στο συνεχές κυνηγητό του φορολογούμενου.

Το «σαμποτάζ» είναι μια αγαπημένη τακτική της εκάστοτε Αντιπολίτευσης. Ωστόσο ως τακτική έχει διαβαθμίσεις. Ξεκινά από γενικές δηλώσεις του τύπου: «Όταν θα γίνουμε Κυβέρνηση θα καταργήσουμε αυτόν τον νόμο.» και φτάνει μέχρι την προτροπή των πολιτών να «στασιάσουν» μη εκπληρώνοντας τις «υποχρεώσεις» τους. Φυσικά η προτροπή σε «στάση» επενδύεται με την αντίστοιχη δικαιολόγηση. Ακόμη περισσότερο που το περιεχόμενο εννοιών όπως «στάση» & «υποχρέωση» είναι σχετικό. Σε κάθε όμως περίπτωση η τακτική του «σαμποτάζ» μπορεί να είναι αρχικά ωφέλιμη μεταβάλλοντας την Αντιπολίτευση σε Κυβέρνηση, αλλά ταυτόχρονα υποσκάπτει και το δικό της πολιτικό μέλλον.

Αυτό συμβαίνει γιατί η πρόκληση της «ανυπακοής» από πλευράς των πολιτών χαλαρώνει τον ψυχολογικό δεσμό τους με το Κράτος («Κοινωνικό Συμβόλαιο») εισάγοντας ταυτόχρονα το πνεύμα της «απειθαρχίας». Πλέον, ο πολίτης καθίσταται ο μόνος υπεύθυνος ν’ αξιολογεί κάθε φορά ποιες από τις «υποχρεώσεις» του είναι υποχρεωμένος να εκπληρώσει και ποιες όχι. Είναι σαν ν’ αναθέτουμε στους ίδιους τους στρατιώτες την Διοίκηση του στρατεύματος. Το ελάχιστο που θα επιτύγχανε κάποιος έτσι θα ήταν να μειωθεί η αποτελεσματικότητα του στρατεύματος στο ελάχιστο. Αν μπορεί καθένας μας να επιλέγει σε τι υποχρεούται να πειθαρχεί και σε τι όχι, τότε ακόμα και τις πλέον βασικές λειτουργίες σε μια μονάδα (μαγείρεμα, καθαρισμός) θα τις εκτελούσαν μόνον οι πλέον «ευσυνείδητοι» μέχρι και αυτοί ν’ απαυδήσουν από την κατάσταση και ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμα των υπολοίπων.

Η λαϊκιστική ρητορεία του «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» -με την οποία ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. νομιμοποίησε αρχικά την φοροαποφυγή- σε συνδυασμό με παράγοντες όπως οι παρακάτω οδήγησε στην σημερινή έξαρση της φοροδιαφυγής. Για παράδειγμα:

  • Η προείσπραξη σε περίπτωση Κερδών προκαταβολής φόρου ίσης με το 100% του φόρου που αναλογεί στην προηγούμενη δημιουργεί συνθήκες ταμειακής ασφυξίας.
  • Ο φορολογικός χειρισμός φορολογουμένων όπως οι ασφαλιστές που αν και αμείβονται με Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών (δηλαδή, σαν «Ελεύθεροι Επαγγελματίες») είναι στην ουσία μισθωτοί έχει οδηγήσει τους περισσότερους απ’ αυτούς να οφείλουν δεκάδες χιλιάδων σε φόρους, εφόσον φορολογούνται με την Κλίμακα των «Ελεύθερων Επαγγελματιών».
  • Η αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των προστίμων για φοροδιαφυγή που οδήγησε σε μεγάλη μείωση τους μεγιστοποιώντας ταυτόχρονα τα οφέλη της (κάνοντας την φθηνότερη).
  • Η σκόπιμη και προγραμματισμένη αποτυχία της διαπραγμάτευσης του Ιούλη 2015 που οδήγησε στην επιβολή των «κεφαλαιακών ελέγχων» (capitalcontrols) είχε σαν αποτέλεσμα το σύνολο των συναλλαγών να πρέπει να γίνονται μέσω τραπεζών. Πλέον, τα έσοδα των τραπεζών από προμήθειες -οι οποίες παρά τις ευχές της Κυβέρνησης είναι ακόμη υψηλές- ενισχύθηκαν μειώνοντας ανάλογα τα έσοδα επιχειρήσεων και επιχειρηματιών.

Τα παραπάνω είναι κάποιοι από τους λόγους που η φοροδιαφυγή το τελευταίο διάστημα έχει «ξεφύγει». Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τόσο οι Διοικήσεις και οι Ιδιοκτησίες των επιχειρήσεων όσο και οι επιχειρηματίες προσαρμόζονται συνεχώς στο οικονομικό περιβάλλον και ΔΕΝ είναι παθητικοί δέκτες και υλοποιητές των Κυβερνητικών μέτρων και αποφάσεων. Ψάχνουν να βρούν κάθε νομικό κενό και κάθε διέξοδο που θα κρατήσει την επιχείρηση τους ανοιχτή για μια μέρα ακόμα. Αν αυτό σημαίνει να μεταφέρουν την Έδρα της δραστηριότητας τους στην Βουλγαρία ή την Κύπρο, αν πρέπει να βάλουν Βουλγάρικο POS για να ξεπεράσουν τους όποιους περιορισμούς των capital controls θα το κάνουν. Θα το κάνουν γιατί στην καθημερινή τους μάχη θεωρούν το Κράτος σαν συν-μέτοχο μόνο στα Κέρδη και α-μέτοχο στις Ζημιές. Οπότε σκεπτόμενοι όπως οι ΣΥΡΙΖΑίοι στην Αντιπολίτευση θεωρούν ότι ΔΕΝ έχουν καμία ηθική υποχρέωση να τηρούν τους νόμους, τα μέτρα και τις αποφάσεις που βάζουν χέρι στα όσα με κόπο εισπράττουν. Όλα αυτά μάλιστα όταν το γενικότερο οικονομικό κλίμα συνεχώς δηλητηριάζεται από τις συνεχιζόμενες (αλλά και τις υποψίες για μελλοντικές) πτωχεύσεις.  

 

  • Η ανικανότητα εκμετάλλευσης των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων Χρηματοδότησης και η σημασία (αλλά και το εκπεμπόμενο μήνυμα) των προγραμματισμένων επενδύσεων.

Είναι τραγελαφικό να πανηγυρίζεις ως κόμμα και ως Κυβέρνηση για το «πακέτο Γιούνκερ» (για την χρηματοδότηση επενδύσεων) και στη συνέχεια να παραδέχεσαι δημόσια (μέσω Φλαμπουράρη) πως δεν έχεις χρησιμοποιήσει αυτή σου την δυνατότητα γιατί δεν έχεις ανθρώπους να συντάξουν ένα «επιχειρηματικό πλάνο» (business plan). Ακόμη τραγελαφικότερο είναι να χρησιμοποιείς ως δικαιολογία το γεγονός ότι οι ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ. βρίσκονται στην Κυβέρνηση μόνον δύο χρόνια (και πολλά είναι στην πράξη) υπονοώντας ότι ΔΕΝ διαθέτουν ακόμη στελέχη με την αντίστοιχη εμπειρία. Αφού δεν διέθεταν τ’ απαραίτητα στελέχη και ΔΕΝ μπορούν να τα βρούν (προσλάβουν/μισθώσουν) γεννάται η απορία: «Γιατί στην ευχή έκαναν ότι έκαναν για ν’ ανέβουν στην εξουσία;».

Ωστόσο, παρά την ανικανότητα της παρούσας Κυβέρνησης να εκμεταλλευτεί τα Ευρωπαϊκά κονδύλια υπάρχουν ήδη σ’ εξέλιξη κάποιες ιδιωτικές επενδύσεις όπως το «Ελληνικό» και το επενδυτικό πρόγραμμα της «ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ».

Μιλώντας γενικά περί επενδύσεων η Πολιτική Οικονομία τις κατατάσσει σε δύο είδη:

  • Επενδύσεις «έντασης κεφαλαίου» &
  • Επενδύσεις «έντασης εργασίας».

Στις πρώτες εντάσσονται οι επενδύσεις στις οποίες την κυρίαρχη σημασία έχει το κεφάλαιο, όπως π.χ. μια «επενδυτική/χρηματιστηριακή» εταιρεία.

Στις δεύτερες εντάσσονται οι επενδύσεις στις οποίες κυρίαρχη σημασία έχουν οι εργαζόμενοι, όπως π.χ. ένα εργοστάσιο.

Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις οι οποίες δεν μπορούν ξεκάθαρα να καταταχτούν σε μια από τις δύο κατηγορίες. Μια τέτοια περίπτωση ήταν η MARFIN INVESTMENT GROUP (MIG) του Ανδρέα Βγενόπουλου. Αν η εταιρεία θεωρηθεί «συμμετοχών» το βάρος πέφτει στην «ένταση κεφαλαίου». Αν όμως την εξετάσουμε από την άποψη των εταιρειών που αυτή ήλεγχε και οι οποίες είχαν εκατοντάδες εργαζομένων και συνεργατών καθεμιά τους, τότε είναι «έντασης εργασίας».

Ανάλογη περίπτωση είναι και η «επένδυση στο Ελληνικό». Αν η εταιρεία που θα το εκμεταλλευτεί απλά κατασκευάσει κάποια κτίρια διαφόρων χρήσεων και τα υπεκμισθώσει σε τρίτους, τότε θα θεωρηθεί ως «έντασης κεφαλαίου». Αν όμως λειτουργήσει και εκμεταλλευτεί η ίδια κάποια από αυτά (ή και όλα) τότε εξαιτίας του πλήθους των εργαζομένων που απασχολεί θα θεωρείται ως «έντασης εργασίας».

Σημαντικότερο από τον χαρακτηρισμό είναι το «μήνυμα» που περνά η εκάστοτε Κυβέρνηση μέσω της προώθησης και της διευκόλυνσης συγκεκριμένων επενδύσεων. Για παράδειγμα στόχος της εταιρείας που ανέλαβε την «αξιοποίηση» του Ελληνικού είναι προφανώς η εκμετάλλευση της γής (real estate). Πρόκειται στην ουσία για την μετατροπή μέρους της παραλιακής ζώνης της Αθήνας σ’ ένα μεγάλο πάρκο αναψυχής (με την τρέχουσα έννοια) στο οποίο όλοι οι επισκέπτες θα βρίσκουν κάτι του ενδιαφέροντος τους. Τι είδους «μήνυμα» περνά η Κυβέρνηση στην κοινωνία μέσω αυτής της «επένδυσης»; Παραμερίζοντας τα όσα υποστηρίζει η εκάστοτε Κυβέρνηση, ένα τμήμα του «μηνύματος» θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί από το «all inclusive» την νέα πρακτική στις προοδευμένες τουριστικά χώρες. Αν και όταν το Ελληνικό πάει την τελική του μορφή ο επισκέπτης ΔΕΝ θα χρειάζεται να πάει πουθενά αλλού γιατί θα βρίσκει τα πάντα εκεί. Προφανώς, αυτό θα γίνει σε βάρος επαγγελματιών και επιχειρήσεων όμορων περιοχών◦ όπως π.χ. η Γλυφάδα.

Αν, όμως, αυτά ισχύουν για το «Ελληνικό», τότε τι θα μπορούσε να πεί κάποιος για την περίπτωση της «ΠΑΠΑΣΤΑΤΟΣ» η οποία έχει καταφέρει (όπως παληότερα η «ΑΣΠΙΩΤΗ-ΕΛΚΑ») να κερδίσει την αγάπη όλων των εργαζομένων της; Ο λόγος είναι απλός: μοιράζει κομμάτι των κερδών της στους εργαζόμενους, οι οποίοι θα λάμβαναν περισσότερα αν τα πριμ ΔΕΝ φορολογούνταν με διαφορετικό και υψηλότερο συντελεστή σε σχέση με τον μισθό.

Οποιαδήποτε επένδυση Ελληνικής από χρόνια καθιερωμένης στην αγορά εταιρείας είναι νέο για πρωτοσέλιδο με τα πιο μεγάλα τυπογραφικά στοιχεία που υπάρχουν. Αποδεικνύει αν μη τι άλλο ότι στην Ελλάδα μπορούν να υπάρξουν πετυχημένες επιχειρήσεις. Από την άποψη αυτή ΔΕΝ έχει σημασία αν τα 300 εκ. είναι με Φ.Π.Α., αν αφορούν μόνο υλικοτεχνική υποδομή ή αν συμπεριλαμβάνουν και το μισθολογικό κόστος. Αυτό που έχει σημασία είναι οι θέσεις εργασίας και το νέο εισόδημα που δημιουργείται έτσι. Από την άποψη του ο επιχειρηματίας έχει κάνει τους υπολογισμούς του και βασιζόμενος σ’ αυτούς έχει πάρει τις αποφάσεις του.

Τι σημαίνει, όμως, αυτή η επένδυση για τον ασθμαίνοντα Πρωθυπουργό που στήνει την μια δημόσια εμφάνιση πίσω από την άλλη; Τι βοήθεια μπορεί να περιμένει ο «ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ» από την Κυβέρνηση και τι είδους βοήθεια μπορεί (και πρέπει) αυτή να του παράσχει; Δεδομένου ότι η «ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ» κατασκευάζει και πουλά τσιγάρα, μια βοήθεια θα μπορούσε να είναι η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα τσιγάρα έτσι ώστε ν’ αυξηθεί η κατανάλωση τους. Μια άλλου τύπου βοήθεια θα μπορούσε να είναι μια ειδική φορολογική μεταχείριση της εταιρείας ή η επιδότηση της επένδυσης◦ τρόποι που προβλέπονται από την εκάστοτε «αναπτυξιακή νομοθεσία». Από την άποψη της κοινωνίας ποιος από τους δύο τύπους βοήθειας είναι ο ενδεδειγμένος;

Η απάντηση είναι προφανώς ζήτημα οπτικής. Στα κείμενα που θ’ ακολουθήσουν αφενός θα εξετάσουμε το πιο σημαντικό έργο ενός εκ των σπουδαιότερων οικονομολόγων του 20ου αιώνα και μ’ αφορμή αυτό θα δώσουμε την απάντηση στο αν υπάρχει (και ποιο είναι) το «τέλειο οικονομικό σύστημα».

 

09 Σεπτέμβρη 2017
παρατηρητής 1.

 

 

Διαβάστηκε 91 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ & ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΜΙΑΣ ΧΡΕΟΚΟΠΗΜΕΝΗΣ (ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΑ) «ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ» ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ.