Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΕΡΙ ΤΟΥ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ» ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΡΘΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΕΡΙ ΤΟΥ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ» ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΡΘΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ.

Κάθε επιβολή φόρου όπως αντίστοιχα και κάθε φοροαπαλλαγή αποτελούν πράξεις αναδιανομής του Εθνικού Εισοδήματος. Όπως, επίσης, πράξεις αναδιανομής είναι οι κάθε είδους παροχές◦ ειδικά όταν αυτές δεν είναι γενικευμένες αλλά στοχευμένες (προορίζονται, δηλαδή, για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες με βάση τα εισοδηματικά και ιδιοκτησιακά τους κριτήρια). Όταν η αναδιανομή εισοδήματος θεωρείται εκτός του γενικού της πλαισίου δίνει μόνο μια στρεβλή εικόνα τόσο της ίδιας της διαδικασίας όσο και του αποτελέσματος που αυτή παράγει. Επιπλέον χάνεται από τα μάτια του παρατηρητή ο λόγος (αιτία) για τον οποίο αυτή είναι αναγκαία. Όταν η αναδιανομή εισοδήματος θεωρείται ξεχωριστά η προσοχή του παρατηρητή εστιάζεται μόνο στο προφανές, δηλαδή στο κόστος της.

Προτού προχωρήσουμε πρέπει να υπενθυμίσουμε πως τα λεφτά που δίνονται ως άμεσες παροχές σε φορολογούμενους των οποίων το εισόδημα βρίσκεται από την μέση και κάτω της εισοδηματικής πυραμίδας ακόμη και αν σπαταλιέται αυξάνει πάντα το Α.Ε.Π. Έτσι από την άποψη της Εθνικής Οικονομίας η εισοδηματική αναδιανομή κάνει καλό. Το ζητούμενο σε δεύτερο επίπεδο είναι ποιο ποσοστό των χρημάτων αυτών χρησιμοποιείται για την αγορά εγχώριων (ντόπιων) προϊόντων και υπηρεσιών και ποιο για εισαγόμενα. Μόνον στην δεύτερη περίπτωση υπάρχει εκροή χρημάτων από την Χώρα.

(Σημείωση: Όταν μιλάμε για εγχώρια παραγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες εννοούμε προφανώς αυτά που στο μεγαλύτερο ποσοστό τους παράγονται στην Ελλάδα. Προφανώς το ιδεώδες για την Εθνική μας Οικονομία θα ήταν το ποσοστό αυτό να είναι στο 100% οπότε όλα τα λεφτά θα έμεναν στην Χώρα.)

Επιπλέον κάθε φορά που γίνεται λόγος για κάποιο μέτρο εισοδηματικής αναδιανομής πρέπει να θυμόμαστε μια από τις βασικότερες παραμέτρους του χρήματος αυτή της ταχύτητας κυκλοφορίας του χρήματος. Δηλαδή, πόσες φορές μια συγκεκριμένη ποσότητα χρήματος αλλάζει χέρια μέσα σε μια δεδομένη χρονική περίοδο.

Η συζήτηση που γίνεται κάθε φορά με αφορμή την επιβολή ενός φόρου, την παροχή ενός επιδόματος ή την θέσπιση/κατάργηση μιας φοροαπαλλαγής περιστρέφεται γύρω από δύο θέσεις. Από τη μια οι υπέρμαχοι της εισοδηματικής αναδιανομής θεωρούν πως με τον μηχανισμό αυτό μειώνονται οι εισοδηματικές αδικίες και πως βοηθιούνται κοινωνικές ομάδες που δεν έχουν τον τρόπο ν’ αυξήσουν το εισόδημα τους. Από την άλλη οι υπέρμαχοι της κατάργησης κάθε μορφής αναδιανομής (ή της κατάργησης της στο μέγιστο δυνατό βαθμό) θεωρούν πως έτσι μειώνεται το διαθέσιμο για επενδύσεις στην αγορά εισόδημα. Επενδύσεις οι οποίες υποτίθεται ότι θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας μέσω των οποίων οι φτωχοί από εισοδηματική άποψη θα έχουν την ευκαιρία να βρούν απασχόληση. Έτσι κι αλλιώς η «αγορά ξέρει καλύτερα», ενώ με βάση την Οικονομική Θεωρία «αυτορυθμίζεται» κιόλας.

Στο σημείο αυτό είναι προτιμότερο να εξετάσουμε τι σημαίνει «κοινωνικό μέρισμα» και σε ποια διαδικασία αντιστοιχεί η διανομή του. Προκειμένου να γίνουν κατανοητά όσα έχουν σημασία θα θεωρήσουμε το Κράτος σαν επιχείρηση και θα βρούμε την αντίστοιχη διαδικασία εντός της επιχείρησης.

Εφ’ όσον το Κράτος αντιστοιχεί σε μια επιχείρηση τότε αυτό (όπως και η επιχείρηση) έχει:

  • Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) στο οποίο αντιστοιχεί η Κυβέρνηση.
  • Μετόχους στους οποίους αντιστοιχούν όλοι οι κάτοικοι της Χώρας. Οι μέτοχοι αποτελούν το σώμα της Γ.Σ. η οποία αποφασίζει για τις τύχες της εταιρείας στην βάση των προτάσεων της Διοίκησης (Δ.Σ.).

(Για τις ανάγκες του παραδείγματος μας θα θεωρήσουμε ότι ΔΕΝ υφίσταται η αναγκαία για την διοίκηση της εταιρείας γραφειοκρατία (υπάλληλοι και στελέχη), οι οποίοι άλλωστε και με βάση την αντιστοιχία που δώσαμε παραπάνω εκτός της επαγγελματικής τους σχέσης με την εταιρεία είναι ταυτόχρονα και μέτοχοι της.)

Πρώτιστο καθήκον της Διοίκησης είναι να κρατά ικανοποιημένους τους μετόχους, των οποίων την ψήφο έχει ανάγκη αν επιθυμεί να παραμείνει στη θέση της. Στην πράξη πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στο στενό εταιρικό συμφέρον (ότι συμφέρει το Νομικό Πρόσωπο) και ταυτόχρονα να ικανοποιήσει τόσο τους σημαντικούς μετόχους της εταιρείας όσο και τους «μικρομετόχους» οι οποίοι είναι πληθυσμιακά και οι περισσότεροι, η μετοχική δύναμη όμως των οποίων είναι μικρότερη καθώς έχουν στην κατοχή τους από μία ως κάποιες δεκάδες (ή και εκατοντάδες) μετοχών. Σαν να μην έφτανε αυτό οι «μικρομέτοχοι» καθίστανται πρωταγωνιστές στις Γ.Σ. στις οποίες εκλέγεται ή επανεκλέγεται η Διοίκηση της εταιρείας.

Για να τα βγάλει πέρα η Διοίκηση πρέπει κάθε φορά να είναι σε θέση να δικαιολογεί στη μια ή την άλλη μερίδα μετόχων τις αποφάσεις που λαμβάνει. Αποφάσεις των οποίων την έγκριση ζητά από τους ίδιους. Έτσι κατά περίπτωση είτε δίνει από κάτι και στις δύο μερίδες, είτε ζητά την ανοχή τους στις αποφάσεις που λαμβάνει μέχρι να βελτιωθεί η κατάσταση της εταιρείας.

Όταν η Διοίκηση διαπιστώνει πως η επιχείρηση/εταιρεία έχει Κέρδη καλείται ν’ αποφασίσει τι θα κάνει μ’ αυτά. Μόνο και μόνο για το συγκεκριμένο παράδειγμα θ’ αγνοήσουμε πως Κέρδη σημαίνουν μόνο πως οι Πωλήσεις ήταν περισσότερες από τις Αγορές και τα Έξοδα και πως ΔΕΝ σημαίνουν πως όλες οι Πωλήσεις έχουν εισπραχθεί. Σήμερα, θα θεωρήσουμε πως τα προκύπτοντα Κέρδη αφορούν σε Πωλήσεις που έχουν εισπραχθεί από τους Πελάτες της επιχείρησης/εταιρείας.

Η Διοίκηση αποφασίζει καθώς η επιχείρηση/εταιρεία είναι υπερχρεωμένη να μην προτείνει στην Γ.Σ. την διανομή μερίσματος σ’ όλους τους μετόχους μα μόνο σ’ όσους έχουν από μια ως μερικές εκατοντάδες μετοχών. Δεδομένης της υπερχρέωσης η Διοίκηση ΔΕΝ μπορεί να δώσει μεγάλο ποσοστό των Κερδών της, αλλά και αυτό που θα δώσει πρέπει πρώτα να τύχει της έγκρισης των πιστωτών της επιχείρησης/εταιρείας.

Μέχρι εδώ έχουμε δεί μέσω της αντιστοίχισης επιχείρησης/εταιρείας με το Κράτος τον μηχανισμό λειτουργίας τους. Επιπλέον είναι προφανές ότι το «πρωτογενές πλεόνασμα» είναι κάποιου είδους Κέρδη. Το ζήτημα είναι ποιού είδους. Δεδομένου ότι η επιχείρηση/εταιρεία (δηλαδή, το Κράτος) είναι υπερχρεωμένη στα όρια της χρεοκοπίας τα Κέρδη της συμψηφίζουν τις προηγούμενες Ζημιές και όσα λεφτά υπάρχουν στο Ταμείο στο μεγαλύτερο ποσοστό τους προορίζονται για την εξόφληση των συσσωρευμένων χρεών. Γνωρίζουμε επίσης πως μέχρι να μηδενιστούν οι προηγούμενες Ζημιές απαγορεύεται η διανομή μερίσματος. Άρα το «Πρωτογενές Πλεόνασμα» ΔΕΝ είναι «κανονικό» Κέρδος.

(Σημείωση: Μόνο για τις ανάγκες του παραδείγματος μας αγνοούμε την περίπτωση να υπάρχουν «Φορολογικά Κέρδη», δηλαδή Κέρδη όσον αφορά την Εφορία. Στην περίπτωση αυτή η επιχείρηση/εταιρεία θα πλήρωνε γι’ αυτά Φόρο Εισοδήματος ακόμη και αν λόγω της απαγόρευσης διανομής μερίσματος οι μέτοχοι της δεν λάμβαναν τίποτα.)

Τα τελευταία χρόνια μπήκαν στην ζωή μας τα «Κέρδη προ Τόκων, Φόρων και Αποσβέσεων». Ο συγκεκριμένος δείκτης είναι (αναλόγως του αντικειμένου δραστηριότητας της επιχείρησης/εταιρείας) από λίγο χρήσιμος εώς παντελώς άχρηστος. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε παραπλάνηση όσους τον λαμβάνουν υπ’ όψη. Η παραπλάνηση συνίσταται στο γεγονός ότι τόσο οι Τόκοι όσο και οι Φόροι αλλά κυρίως οι Αποσβέσεις (η ετήσια ανάκτηση των χρημάτων που έχουν δοθεί για επενδύσεις σε Πάγια) είναι οργανικά στοιχεία της ετήσιας λειτουργίας της επιχείρησης/εταιρείας. Αν και τα προηγούμενα είναι ιδιαιτέρως σημαντικά στην περίπτωση μας, ωστόσο, όσον αφορά τον μηχανισμό διανομής του «κοινωνικού μερίσματος» έρχονται σε δεύτερο πλάνο. Για την ώρα μας ενδιαφέρει η ταύτιση των «Κερδών προ Τόκων, Φόρων και Αποσβέσεων» με το «Πρωτογενές Πλεόνασμα».          

Ένα επιχείρημα που χρησιμοποιούν οι πολέμιοι της αναδιανομής εισοδήματος είναι αυτό του «Ηθικού Κινδύνου». Σύμφωνα μ’ αυτό υποτίθεται πως η χορήγηση επιδομάτων όπως και οι φοροαπαλλαγές οδηγούν τους αποδέκτες τους να προσπαθούν λιγότερο για να βελτιώσουν με τις δικές τους δυνάμεις την θέση τους, ενώ ταυτόχρονα τους κάνουν και περισσότερο ανεύθυνους ως προς τις υποχρεώσεις τους. Η τέτοια στάση τους θεωρείται «ανήθικη», μιας και επιβαρύνει υπέρμετρα τους υπόλοιπους. Το επιχείρημα του «Ηθικού Κινδύνου» έχει καταφανώς Προτεσταντικές καταβολές, γι’ αυτό και οι Προτεστάντες (ή όσοι συμμερίζονται την ίδια μ’ αυτούς παιδεία) το χρησιμοποιούν συνεχώς και του αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία.

Από την άλλη η Ιστορία μας διδάσκει πως πάντα υπήρχε ένα ποσοστό του πληθυσμού το οποίο βρισκόταν εκτός της παραγωγικής διαδικασίας στο περιθώριο του Κοινωνικού Βίου. Η επιβίωση των συγκεκριμένων βασιζόταν τόσο στην αλληλεγγύη των υπολοίπων όσο και στα όποια επιδόματα τους παρείχε σε νεότερους χρόνους το Κράτος. Μετά την επικράτηση του Καπιταλισμού και με βάση ιστορικά δεδομένα υπολογίστηκε ότι το τμήμα του «οικονομικά ενεργού πληθυσμού» (αυτών που θα μπορούσαν να εργαστούν) που δεν είχε απασχόληση ήταν της τάξης του 6-8% (αναλόγως και της φάσης του Οικονομικού Κύκλου στην οποία γίνεται η παρατήρηση). Αυτό το ποσοστό ονομάζεται «Ανεργία Τριβής» και θεωρείται ότι σε καμία περίπτωση ΔΕΝ μπορεί ν’ απορροφηθεί από την Οικονομία. Το ποσοστό αυτό ποικίλλει αναλόγως του βαθμού ανάπτυξης της Οικονομίας. Όσο περισσότερο Ανεπτυγμένη θεωρείται μια Οικονομία τόσο μεγαλύτερο είναι. Ένας λόγος είναι ότι σε μια Ανεπτυγμένη Οικονομία οι προσδοκίες των μελών της για θέσεις απασχόλησης με μεγάλες αποδοχές και κύρος είναι μεγάλες. Έτσι απαξιούν να δουλέψουν σε θέσεις λιγότερο καλές. Βέβαια, δεν πρέπει να υποτιμάται και η τάση των εργοδοτών να προσλαμβάνουν για τις κακοπληρωμένες θέσεις αλλοδαπούς. Ωστόσο, δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτό είναι το αίτιο ή το αποτέλεσμα. Αν δηλαδή, οι εργοδότες προσλαμβάνουν αλλοδαπούς γιατί οι ντόπιοι δεν καταδέχονται τις συγκεκριμένες θέσεις εργασίας ή αν εξαιτίας της μη ζήτησης από τους ντόπιους των θέσεων αυτών οι εργοδότες «αναγκάζονται» να πάρουν αλλοδαπούς (κρατώντας χαμηλά τους μισθούς, μιας και όταν η προσφορά της εργασίας είναι μικρότερη της ζήτησης οι μισθοί κατ’ ανάγκη ανεβαίνουν).

Είτε έτσι, είτε αλλιώς το Κράτος πρέπει να μεριμνά για την Κοινωνική Ειρήνη. Συνεπώς οφείλει να εξοικονομεί τα «προς το ζήν» και γι’ αυτό το κομμάτι του πληθυσμού. Αυτό γίνεται τόσο μέσω του δικτύου Κοινωνικής Πρόνοιας όσο και μέσω των φοροαπαλλαγών. Γίνεται για λόγους ανάγκης μιας και το τμήμα αυτό του πληθυσμού είναι ταυτόχρονα και ψηφοφόροι. Ωστόσο, όπως αποδεικνύει η πραγματικότητα ο τρόπος αναδιανομής του εισοδήματος προς το τμήμα αυτό ΔΕΝ είναι αποτελεσματικός. Το «Κοινωνικό Μέρισμα» αποτελεί μια προσέγγιση, η οποία όμως είναι ελάχιστα αποδοτική. Εκτός των υπολοίπων προβλημάτων που αφορούν τα κριτήρια εφαρμογής του υπάρχει ένα για το οποίο πρέπει να γίνει ξεχωριστός λόγος. Αυτό είναι το κριτήριο του ύψους της ακίνητης περιουσίας. Ειλικρινά ΔΕΝ βλέπω να υπάρχει κάποια λογική στο κριτήριο αυτό. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται λογικό, ωστόσο ΔΕΝ είναι. Δεν είναι λογικό το κριτήριο της ακίνητης περιουσίας ειδικά αυτή την περίοδο που η αγορά ακινήτων είναι «ψόφια» (δηλαδή, τα ακίνητα πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές).

Τι σημαίνει άραγε για την οικονομική δυνατότητα κάποιου αν αυτός έχει κληρονομήσει τμήματα ακινήτων συνολικής αξίας άνω των 150.000 Ευρώ την ίδια ώρα που τα δηλωμένα εισοδήματα του είναι κάτω από το όριο του «Κοινωνικού Μερίσματος»; Γιατί αυτός θα πρέπει να εξαιρεθεί από την διανομή του μόνον γι’ αυτόν τον λόγο; Μπορεί άραγε ακόμη και αν το θελήσει να πουλήσει τα τμήματα των ακινήτων που έχει στην κατοχή του στην τιμή που τα εκτιμά σήμερα η Εφορία; Ή μήπως η αγοραία τιμή τους υπολείπεται πολύ αυτή της αντικειμενικής αξίας; Λαμβάνοντας υπ’ όψη τον μεγαλύτερο ΕΝ.Φ.Ι.Α. (σε σχέση μ’ όσους δεν διαθέτουν ακίνητα της ίδιας μ’ αυτόν αξίας οι οποίοι είναι δικαιούχοι του «Κοινωνικού Μερίσματος») υπηρετείται άραγε αποτελεσματικά η «Κοινωνική Δικαιοσύνη» αν αυτός δεν πάρει το «Κοινωνικό Μέρισμα;

Μια απάντηση στις παραπάνω ερωτήσεις θα μπορούσε να είναι ότι όλες οι παραπάνω περιπτώσεις αποτελούν περιπτωσιολογία. Δηλαδή, ότι παραείναι ειδικές για να τις γενικεύουμε. Στο κάτω-κάτω αυτός που κατέχει μεγάλης αξίας ακίνητα συνήθως έχει μεγαλύτερα εισοδήματα από το εισόδημα που βρίσκεται στην μέση της εισοδηματικής πυραμίδας. Ακόμη και έτσι να είναι το ζήτημα παραμένει. Αν έστω και για μια περίπτωση αποδεικνύεται προβληματική η εφαρμογή ενός μέτρου, αυτό σημαίνει ότι το όλο σύστημα πρέπει να εξεταστεί από την αρχή ξεκινώντας από την ίδια την φιλοσοφία του.

Παρά την αλλεργία που έχουν οι Νέο-Φιλελεύθεροι πολιτικοί και οικονομολόγοι σχετικά με την αναδιανομή του εισοδήματος, ωστόσο δεν σημαίνει ότι αρνούνται την αναγκαιότητα κάποιας αναδιανομής. Γνωρίζουν πως είναι προς το μακροπρόθεσμο όφελος τους η καλυτέρευση της οικονομικής (και κοινωνικής) θέσης των «μη προνομιούχων». Όσο βελτιώνεται η δυνατότητα τους να καταναλώνουν και όσο πιο βαθεία μπαίνουν στην «κοινωνία της κατανάλωσης» τόσο απίθανο είναι να ξεσηκωθούν δημιουργώντας κοινωνική αναταραχή. Ωστόσο, η βελτίωση της θέσης τους πρέπει να είναι βαθμιαία και να γίνεται με τέτοιο τρόπο που (θεωρητικά τουλάχιστον) να μειώνει τον «Ηθικό Κίνδυνο».

Έτσι ο κορυφαίος Νέο-Φιλελεύθερος οικονομολόγος (ο κύριος εκπρόσωπος της «Σχολής του Σικάγο») Μίλτον Φρήντμαν εισηγήθηκε τον «Αρνητικό Φόρο Εισοδήματος». Αυτή η θεωρητική σύλληψη μέσα από την απλότητα της αποτελεί ταυτόχρονα τον καλύτερο αυτόματο τρόπο αναδιανομής εισοδήματος. Η ιδέα έρχεται από την δεκαετία του ’40 και επανεισήχθη από τον Φρήντμαν το 1962. Απαντάται σε διάφορες εκδοχές και είναι ιδιαιτέρως απλή:

Κατατάσσουμε όλα τα εισοδήματα με φθίνουσα σειρά. Επιλέγουμε αυτό που βρίσκεται στην μέση της κατάταξης και υπολογίζουμε ως προς αυτό τον Φόρο Εισοδήματος που αναλογεί. Ακολούθως συγκρίνουμε με τον ίδιο τρόπο όλα τα εισοδήματα που βρίσκονται κάτω απ’ αυτό το ποσό. Την διαφορά ως προς τον φόρο την δίνουμε ως επιστροφή φόρου.

Θα μπορούσαν να υπάρξουν διάφορες παραλλαγές αναλόγως της Χώρας (αλλά και της συγκυρίας) στην οποία θα εφαρμοστεί. Σε κάθε περίπτωση είναι ο μόνος δίκαιος τρόπος αναδιανομής εισοδήματος καθώς έχει μόνο μια προϋπόθεση: πρέπει τα δηλούμενα εισοδήματα να είναι τα πραγματικά. Αυτό, όμως, εκτός από τον τρόπο ελέγχου της οικονομικής δραστηριότητας από το Κράτος και ενός ανάλογου για την περίπτωση συστήματος ποινών έχει να κάνει και με την ευσυνειδησία των φορολογουμένων και των εργοδοτών τους.

Κλείνοντας την διαπραγμάτευση σχετικά με το «Κοινωνικό Μέρισμα» και την ανάγκη αναδιανομής του εισοδήματος που αυτό εξυπηρετεί οφείλουμε να κάνουμε ένα σχόλιο. Υπάρχουν κάποιοι Νέο-Φιλελεύθεροι που πανηγυρίζουν γιατί την ιδέα του «Αρνητικού Φόρου Εισοδήματος» επανεισήγαγε στην οικονομική σκέψη ο Μίλτον Φρήντμαν και όχι κάποιος «Σοσιαλιστής» πολιτικός ή οικονομολόγος. Η επανεισαγωγή της ιδέας του «Αρνητικού Φόρου Εισοδήματος» από τον Φρήντμαν ΔΕΝ ήταν μια πράξη μεγαλοψυχίας για την αντιμετώπιση της φτώχειας μέσω της αναδιανομής του εισοδήματος. Ήταν μια πράξη ανάγκης και ταυτόχρονα μια αποδοχή ανικανότητας από την μεριά του Καπιταλισμού να μειώσει (δυνητικά να εξαλείψει) ο ίδιος την φτώχεια. Υποτίθεται ότι αν ο Καπιταλισμός αφεθεί να λειτουργήσει ελεύθερα και εφ’ όσον όλοι μας λαμβάνουμε πάντα τις πιο συμφέρουσες για εμάς αποφάσεις ότι ως αποτέλεσμα η θέση ΟΛΩΝ μας θα βελτιωθεί. Μπορεί από ένα σημείο και μετά ο Καπιταλισμός (και ειδικότερα το ολιγοπώλια και τα μονοπώλια) να έκαναν κάποια «είδη πρώτης ανάγκης» φθηνότερα και άρα πιο προσιτά στους «φτωχούς», στο τέλος της ημέρας, όμως, ΔΕΝ τους άλλαξε σημαντικά την θέση. Επιπλέον τα τελευταία χρόνια η ψευδαίσθηση πως ο Καπιταλισμός θα δημιουργούσε περισσότερο πλούτο για όλους διαψεύδεται πανηγυρικά καθώς όσοι βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα της εισοδηματικής πυραμίδας αυξάνουν την διαφορά τους απ’ όλους τους υπόλοιπους.                        

(Σημείωση 1: Το σημείωμα του Χάρη Θεοχάρη (βλέπε εδώ) σχετικά με την προέλευση των χρημάτων του «Κοινωνικού Μερίσματος» είναι εξόχως κατατοπιστική. Όχι μόνο λόγω της τεκμηρίωσης με στοιχεία της Κυβέρνησης, όσο γιατί λόγω της εμπειρίας του με τα Δημόσια Οικονομικά ξέρει πάντα κάτι παραπάνω. Τουλάχιστον μας έλυσε την απορία γιατί από τον Σεπτέμβρη που άρχισε η φετινή σχολική χρονιά σταμάτησε η διανομή κολατσιού στα παιδιά. Τώρα λοιπόν που μάθατε την προέλευση των χρημάτων μπορείτε ελεύθερα να πανηγυρίσετε για την κίνηση της Κυβέρνησης.)  

(Σημείωση 2: Η αρχική σύλληψη του «Αρνητικού Φόρου Εισοδήματος» οφείλεται στην Βρεττανίδα JULIET EVANGELINE GLYN μετέπειτα Λαίδη RHYS-WILLIAMS, η οποία υπηρέτησε την Βρεττανία ως πολιτικός◦ αρχικά με το «Φιλελεύθερο» και στη συνέχεια με το «Συντηρητικό» κόμμα. Η «ανάγκη» των σημερινών Νέο-Φιλελεύθερων να πιστώνουν την ιδέα στον Αμερικανό-Εβραίο Φρήντμαν προφανώς δείχνει την ανησυχία τους να πείσουν πως αυτοί βρήκαν τον τρόπο καταπολέμησης της φτώχειας.

Ωστόσο, ο Φρήντμαν δεν συνεισέφερε μόνον αυτό στην οικονομική σκέψη. Καθώς ήταν ο φανατικότερος υποστηρικτής της μονεταριστικής προσέγγισης. Υποστήριζε ότι «Ο πληθωρισμός των τιμών θα έπρεπε να ρυθμίζεται μέσω νομισματικού αποπληθωρισμού, ενώ ο αποπληθωρισμός των τιμών μέσω νομισματικού πληθωρισμού.». Τώρα γιατί οι μαθητές του τα τελευταία χρόνια ΔΕΝ εφάρμοσαν το φάρμακο του δασκάλου τους για την αντιμετώπιση του αποπληθωρισμού (αρνητικού πληθωρισμού) των τιμών αλλά συνέχισαν στην ίδια περιοριστική πολιτική αυτό είναι κάτι που δύσκολα θα μπορέσουν να εξηγήσουν.)  

 

02 Δεκέμβρη 2017
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 18 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΕΡΙ ΤΟΥ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ» ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΡΘΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ.